Σε μια από τις ωραιότερες περιοχές των ανατολικών ακτών της Λέσβου, βρίσκεται το χωριό Πύργοι Θερμής, σε απόσταση 10 χιλιομέτρων βορειότερα από την πόλη της Μυτιλήνης. Μπροστά στην πανέμορφη αγκαλιά της νησιωτικής αυτής γης, ένας πανέμορφος κόσμος, γεμάτος με σπάνιες χάρες και εικόνες ιδανικές, ξεπροβάλλει μαζί με το φως του ήλιου, ζωγραφίζοντας με τα πιο φανταχτερά χρώματα τον ουρανό και τα σύννεφα, καθώς καθρεφτίζονται στα καταγάλανα νερά της θάλασσας του Αιγαίου. Αγκαλιάζουν στην απεραντοσύνη τους τούτη τη γη, σαν μια αρμονική συμφωνία που αποκαλύπτει τον παραδεισένιο και αγιασμένο τόπο της Θερμής, γαλήνιο, ήρεμο.
σ.α.

Δευτέρα, 15 Φεβρουαρίου 2010

Η "βαρκάδα" της Καθαρής Δευτέρας

Πύργοι Θερμής - ΛΕΣΒΟΣ
Την Καθαρή Δευτέρα αρχίζει σ’ όλη την Χριστιανοσύνη η Μεγάλη Σαρακοστή, που περιλαμβάνει μια περίοδο σαράντα ημερών πριν την Μεγάλη Εβδομάδα, όπου ο πιστός Χριστιανός καλείται να συμμετάσχει σ’ έναν πνευματικό αγώνα, ασκούμενος στη νηστεία, την προσευχή, την ελεημοσύνη και στις άλλες αρετές, ώστε πολεμώντας τα πάθη του, να φθάσει στην αγάπη του Θεού και του συνανθρώπου του...
 Όλες τις τρεις πρώτες ημέρες της Καθαρής Εβδομάδας ο παπά Παχώμιος, ο ιερέας του χωριού, έμενε νηστικός, προσευχόμενος για το ποίμνιό του. Ο κόσμος, άλλοι λίγο και άλλοι πολύ, έκαναν την προσπάθειά τους. Είτε από πίστη, σεβασμό ή και φόβο, προσπαθούσαν τις ημέρες τούτες να τηρήσουν τους Κανόνες της Εκκλησίας, ώστε η ψυχή και το πνεύμα του ανθρώπου να επιβληθεί και να υπερισχύσει έναντι του πολέμου της σαρκός.
Μόλις ξημέρωνε η πρώτη μέρα της Σαρακοστής, οι νοικοκυρές σηκωνόντουσαν και τακτοποιούσαν το σπίτι, μετά από το αποκριάτικο τραπέζι της Κυριακής. Μόλις παίρνανε χαμπάρι τα μικρά, πετιόντουσαν κι’ αυτά από τον ύπνο και τρέχανε να βρούνε καλάμια, να τα κόψουν ίσια και να τα δέσουν γερά και σταυρωτά κάνοντας τον σκελετό του χαρταετού που θα πετούσαν. Ύστερα με σπάγκο γερό, που ράβανε τα δίχτυα οι ψαράδες, δένανε και ενώνανε τις άκρες των καλαμιών σε δύο σειρές, φτιάχνοντας με προσοχή τα ζύγια, διότι στο σημείο αυτό ήταν όλη η «τέχνη» του χαρταετού! Ύστερα κολλούσαν επιδέξια τις χαρτένιες κόλλες διαφόρων χρωμάτων, φτιάχνοντας καί την ουρά. Κανόνιζαν μπόλικο σπάγκο για να έχει μεγάλη καλούμα στο πέταμά του και αφού τον στόλιζαν με σχέδια και κρόσσια, τον κρατούσαν περήφανοι επιδεικνύοντάς τον στους φίλους τους, ψάχνοντας να βρουν ποιος ήταν ο πιο πρωτότυπος και καλύτερος, παίρνοντας ιδέες για την επόμενη χρονιά.
Εν τω μεταξύ οι μανάδες μαζί με τις κόρες, αρχινούσαν να φτιάχνουν τα νηστίσιμα για το μεσημεριανό τραπέζι. Λαγάνες, φασολάδα, ελιές, φρέσκα κρεμμύδια, κάρδαμο, ταραμοσαλάτα, τουρσί, ρεπανάκια, γοτζίλια, βρεγμένα κουκιά, μαρούλια, χταπόδια, θαλασσινά, αχνοί, χτένια, φούσκες, μύδια, στρείδια, αχιβάδες, καλόγνωμες, πεταλίδες, κυδώνια, κολυφάδες, κοροχύλες, πίνες, σωλήνες καί γυαλιστερές δεν απολείπανε από το σαρακοστιανό τραπέζι. Λάδι δεν βάζανε στο τραπέζι, ούτε πιοτό, τις πέντε πρώτες μέρες κατά την διάρκεια καί των έξι εβδομάδων των Νηστειών,  παρά μόνο τα Σαββατοκύριακα, τηρώντας κανονικά τη νηστεία της Σαρακοστής.
Αφού τρώγανε οικογενειακά όλοι μαζί, ύστερα σαν να ήτανε συνεννοημένοι όλοι τους, κατεβαίνανε στο λιμάνι της Θερμής. Μαζεύονταν κόσμος πολύς και αλληλοευχόντουσαν να έχουν καλή δύναμη στον αγώνα την Μεγάλης Σαρακοστής. Εκεί πάνω στο μουράγιο σεργιανούσαν, γιατί ξέρανε ότι μετά το μεσημέρι όλα τα καΐκια, οι τράτες, αλλά και οι βάρκες, φορτώνανε κόσμο και τον πηγαίνανε βαρκάδα στο απέναντι νησάκι, τον «Βενιζέλο». Είναι αξέχαστες οι εικόνες αυτές με τα καΐκια και τις βάρκες να πηγαινοέρχονται γεμάτες ανθρώπους κάθε ηλικίας, γυναίκες και άνδρες, με τα παιδιά να είναι όλο χαρά γι’ αυτή την απρόσμενη εμπειρία. Τα καΐκια διπλαρώνανε με προσοχή στο νησί, βγάζανε τον κόσμο να ξενοιάσει και να χαρεί και γυρνούσαν στο λιμάνι για να πάρουν κι’ άλλους. Ξαναπηγαίνανε ένα – ένα καΐκι στο νησί, βγάζανε τον κόσμο, παίρνανε τους πρώτους και τους επέστρεφαν. Το νησί γέμιζε Θερμιώτες και Πυργιανούς, που το ’χαν έθιμο αυτή τη μέρα να σεργιανάνε πάνω στο νησί, βγάζοντας άγρια σκόρδα, αχνιούς, περνώντας όμορφα την ώρα τους όλοι μαζί καθήμενοι μεσοπέλαγα πάνω στο νησάκι, αγναντεύοντας τα βουνά, τις στεριές και τα σπίτια τους. Τα μικρά παιδιά πετούσαν τους χαρταετούς, που το δροσερό αιγαιοπελαγίτικο αγέρι τους ανέβαζε στον καθάριο ουρανό, ψηλά πάνω απ’ τη θάλασσα και ήταν σα να πετούσαν και εκείνα από την χαρά τους όσο ο χαρταετός τους πήγαινε ολοένα και πιο ψηλότερα από τους άλλους, κάνοντας διάφορους ελιγμούς καθώς καί τις απρόσμενες τούμπες.
Σιγά – σιγά ο ήλιος έγερνε προς την δύση. Οι χαρταετοί τυλίγονταν, τα καΐκια ερχόντουσαν για να πάρουν και τους τελευταίους τυχερούς που θα τους έμεινε αλησμόνητη αυτή η όμορφη συνήθεια. Το τελευταίο καΐκι που επέστρεφε στο λιμάνι ήταν ο «Δημήτρης», που αρμένιζε αργά κάνοντας την τελευταία βόλτα, καλουμάροντας από την πρύμη του έναν χαρταετό που ακολουθούσε με χάρη το καΐκι, συνοδευόμενος από τους γλάρους. Το έθιμο της βαρκάδας που γινόταν την «Καθαρή Δευτέρα» παρέμεινε ανεξίτηλο στις μνήμες όλων. Οι άνθρωποι που το έζησαν το αναπολούν τούτες τις ημέρες διηγούμενοι τις όμορφες αυτές ιστορίες συγκινημένοι, γιατί μπορεί να είχαν πολύ λιγότερα «αγαθά» απ’ ότι έχουν σήμερα οι άνθρωποι της «πολυτελούς» εποχής μας, όμως η απλοϊκότητα στη ζωή τους, τους έκανε πολύ πιο ευτυχισμένους, ζώντας λιτά, αρκούμενοι εις τα ολίγα σύμφωνα με το πνεύμα των ημερών.
Στρατής Ανδριώτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου