Σε μια από τις ωραιότερες περιοχές των ανατολικών ακτών της Λέσβου, βρίσκεται το χωριό Πύργοι Θερμής, σε απόσταση 10 χιλιομέτρων βορειότερα από την πόλη της Μυτιλήνης. Μπροστά στην πανέμορφη αγκαλιά της νησιωτικής αυτής γης, ένας πανέμορφος κόσμος, γεμάτος με σπάνιες χάρες και εικόνες ιδανικές, ξεπροβάλλει μαζί με το φως του ήλιου, ζωγραφίζοντας με τα πιο φανταχτερά χρώματα τον ουρανό και τα σύννεφα, καθώς καθρεφτίζονται στα καταγάλανα νερά της θάλασσας του Αιγαίου. Αγκαλιάζουν στην απεραντοσύνη τους τούτη τη γη, σαν μια αρμονική συμφωνία που αποκαλύπτει τον παραδεισένιο και αγιασμένο τόπο της Θερμής, γαλήνιο, ήρεμο.
σ.α.

Παρασκευή, 8 Απριλίου 2011

«Στο γραφείο μου, κρατούσα πάντα μια καρέκλα για τον πολίτη…»

της Χρηστίδου Βαγγελιώς
(Αναδημοσίευση από την εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ) 05/04/2011

Πριν από ένα χρόνο περίπου, η τέως Νομαρχία Λέσβου τον τίμησε με το χρυσό της μετάλλιο για την προσφορά του στον έλεγχο των τροφίμων, μια διάκριση που τον ικανοποίησε ηθικά, πολύ περισσότερο γιατί ο ίδιος τη θεωρεί συμβατή με το κοινωνικό αίσθημα. Την περασμένη εβδομάδα, μετά από 35 συνολικά χρόνια υπηρεσίας στο Γενικό Χημείο του Κράτους, ο Ηλίας Κουρτζής συνταξιοδοτήθηκε από τη Χημική Υπηρεσία Μυτιλήνης, της οποίας υπήρξε διευθυντής την τελευταία 11ετία. Η αποτίμηση που κάνει για την επαγγελματική του θητεία μπορεί μόνο να τον αφήσει ικανοποιημένο, αφού για πολλούς το όνομά του συνδέθηκε με την αναβάθμιση της υπηρεσίας και την προσφορά στους πολίτες. Πίσω από την επιστήμη της Χημείας κρύβεται, ωστόσο, και μια μεγάλη του αγάπη: αυτή για την τέχνη του πατέρα του, την κεραμική...

Ο Ηλίας Κουρτζής γεννήθηκε το 1944 στην Αγιάσο και δηλώνει περήφανος για την καταγωγή του. Γιος του κεραμίστα Νικόλαου Κουρτζή και της λαϊκής ζωγράφου Ελένης Κουρτζή, μεγάλωσε μέσα σε κλίμα καλλιτεχνικό, μιας οικογένειας που είχε μακρά παράδοση στην κεραμική, το οποίο τον επηρέασε πολύ στη ζωή του. Ο πατέρας του είχε τελειώσει μόνο το δημοτικό, είχε όμως κατορθώσει με επιμονή και την αγάπη που είχε για τη δουλειά του να φτάσει στην κορυφή της επαγγελματικής του δραστηριότητας.
Αυτός βέβαια, κατά βάση, ήθελε να ακολουθήσει κάποιον τομέα τέχνης και συγκεκριμένα το θέατρο. Ο πατέρας του όμως δεν ήθελε, αντιδρούσε έντονα. «Αυτός, που θα μπορούσε να με σπρώξει στην κεραμική, όπου ήταν αναγνωρισμένο όνομα και έβγαζε καλό “μεροκάματο” για την εποχή, δεν ήθελε να ασχοληθώ με τέτοια επαγγέλματα. Είχε την άποψη εκείνης της εποχής, το να πάρω ένα “χαρτί”. Και επέμενε σε αυτό», εξηγεί ο ίδιος.

Τα χρόνια των σπουδών
Το 1963, περνάει με εξετάσεις στο Χημικό Τμήμα της Αθήνας. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του, πάντως, έδειχνε ότι δεν ήταν και τόσο… ενθουσιώδης, αφού ανακατευόταν κάθε τόσο με διάφορες ερασιτεχνικές θεατρικές ομάδες στις οποίες «έκλεινε το μάτι» και είχε βάλει σε δεύτερη μοίρα τις σπουδές του, που κατάφερε να ολοκληρώσει το 1970.
«Έχω ψάξει το γιατί επέλεξα να δώσω εξετάσεις για το Χημικό Τμήμα», λέει ο Ηλίας Κουρτζής. «Η μισή κεραμική είναι χημεία. Ασχέτως αν ο πατέρας μου, με τις γνώσεις που είχε, την αντιμετώπιζε εμπειρικά. Εγώ, και λόγω των γνώσεων Χημείας που είχα από το γυμνάσιο, αισθανόμουν για την κεραμική ότι “εδώ υπάρχει και Χημεία”, ότι η ζωή η ίδια βασίζεται στη Χημεία κι έτσι πήγα μάλλον προς τα εκεί.»
Οι σπουδές του συνέπεσαν με μια «ρομαντική», όπως λέει, εποχή στα πανεπιστήμια, αλλά και μια εποχή έντονων αγώνων κατά της Δικτατορίας. «Υπήρχε μια ατμόσφαιρα έντονης αμφισβήτησης. Δεν έπληττες τότε», λέει. «Εγώ δε συμμετείχα ενεργά, αλλά παρ’ όλα αυτά, όταν ήρθε η δικτατορία, μου είχε έναν αρκετά… ευτραφή φάκελο, πού ούτε ξέρω πώς γέμισε. Βέβαια, πήγαινα σε συλλαλητήρια, μου άρεσε η ατμόσφαιρα, πήγαινα σε φοιτητικές συγκεντρώσεις που γίνονταν στα αμφιθέατρα, δεν ήμουν και από τα πιο ήσυχα παιδάκια… μίλαγα. Και τότε, μέσα στις φοιτητικές εστίες και το φοιτητόκοσμο, υπήρχαν… ζωντανά μαγνητόφωνα που κατέγραφαν τα πάντα. Και έτσι, παρ’ όλο που ήμουν χημικός, στο Στρατό έμεινα απλός οπλίτης και με πήγαν και στη μονάδα ανεπιθύμητων, στην Κρήτη.»

Ο διορισμός στο Δημόσιο
Φοιτητής ακόμη, γνώρισε τη σύζυγό του, την Ελένη Νικολάου. Παντρεύτηκαν το 1973, όσο ο ίδιος υπηρετούσε στο Στρατό. Μετά τη θητεία του έπιασε δουλειά στην Αθήνα ως χημικός, δουλεύοντας στον ιδιωτικό τομέα. Η επισφάλεια που επικρατούσε, όμως, και η απόλυσή του τελικά από μια εταιρεία, στάθηκε αφορμή να δώσει εξετάσεις για το Δημόσιο. Το 1976 διορίστηκε στο Γενικό Χημείο του Κράτους, κάτι που για τον ίδιο ήταν σα να κέρδισε το «λαχείο».
Τα πρώτα οκτώ χρόνια υπηρέτησε στη Χημική Υπηρεσία Λάρισας, στον τόπο καταγωγής της γυναίκας του, όπου αποφάσισαν να πάνε επειδή η εκεί υπηρεσία είχε μεγάλη δραστηριότητα, η Λάρισα ήταν μια μεγάλη πόλη και θα μπορούσαν να έχουν και τη στήριξη της οικογένειας της συζύγου του όταν θα έκαναν παιδιά. Τα τελευταία δεν άργησαν να έρθουν, με πρώτο το Νίκο και στη συνέχεια την Αφροδίτη και την Ελπίδα.
Το 1983 αποφάσισαν, ωστόσο, να έρθουν στη Μυτιλήνη, αφού η Λάρισα είχε αρχίσει πια να έχει τα «δεινά» της μεγάλης πόλης και προκειμένου να μπορέσουν τα παιδιά τους να μεγαλώσουν σε ένα πιο «φυσιολογικό» περιβάλλον, αλλά και γιατί είχαν πλέον τη δυνατότητα να εγκατασταθούν εδώ σε δικό τους σπίτι, στη Θερμή, αυτό που μένουν ακόμη και σήμερα. «Έχω μια καλή οικογένεια, που με στήριξε ακόμη και όταν οι διάφορες δραστηριότητές μου με έκαναν να κλέψω πολύτιμο χρόνο από αυτήν, κάτι που αντιλαμβάνομαι τώρα», λέει σήμερα ο Ηλίας Κουρτζής.
Ένα ακόμη στοιχείο που έπαιξε ρόλο στην απόφαση μετάθεσής του, ήταν το ότι είχε αρχίσει πλέον να βλέπει με πιο «ζεστό μάτι» την υπόθεση της συνέχισης της κεραμικής και της οικογενειακής παράδοσης. Είχε ήδη αναπτύξει δραστηριότητα στη Λάρισα, όπου είχε ένα μικρό εργαστήρι και οι ντόπιοι εκεί την είχαν δεχτεί με πολύ καλή διάθεση. Ακόμη και σήμερα, υπάρχουν κατασκευές του σε διάφορα σπίτια της Λάρισας.

Στη Χημική Υπηρεσία Μυτιλήνης
Ο Ηλίας Κουρτζής εργάστηκε στη Χημική Υπηρεσία Μυτιλήνης για 28 ολόκληρα χρόνια. Από το 1990 έως το 2000 είχε την ευκαιρία να αναπτύξει επιπλέον δραστηριότητα αναλαμβάνοντας την ευθύνη λειτουργίας της Επιτροπής Ελέγχου Τροφίμων, μέσω της οποίας ανέπτυξε όπως λέει πρωτοβουλίες, που «άγγιξαν τον κόσμο» και οι οποίες έγιναν πιο πολλές όταν πήρε στα χέρια του και τη διεύθυνση της Υπηρεσίας.
Έτσι, μετά από τόσα χρόνια δουλειάς, έχει απόλυτη ηθική ικανοποίηση. Υπηρέτησε εξαντλώντας τα περιθώρια που του έδινε ο νόμος, κρατώντας πάντα μια «καρέκλα για τον πολίτη» στο γραφείο του, προσπαθώντας να κάνει τον τελευταίο να αισθάνεται άνετα. «Το Δημόσιο πρέπει να καταπολεμήσει τη λογική τού “είμαστε εμείς μέσα στο Κάστρο και οι άλλοι είναι απ’ έξω, και για να μπουν μέσα πρέπει να σηκώσουν ασήκωτες πόρτες”. Ούτε στις δύο όχθες του ποταμού είμαστε, είμαστε μέσα στον ποταμό όλοι και πρέπει να προσπαθήσουμε να τον διαβούμε με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη επιτυχία. Και μάλιστα, αυτό που θα πρέπει να αλλάξει είναι και η αισθητική στη δημόσια διοίκηση, τόσο από άποψη καθαρών χώρων, όσο και συμπεριφοράς στους πολίτες. Μια γκριμάτσα, μια χειρονομία, μπορεί να είναι προσβλητική», λέει ο ίδιος. «Δεν πιστεύω να υπάρχει άνθρωπος που να πει ότι ήρθε στο Χημείο να εξυπηρετηθεί ως πολίτης όσο ήμουν διευθυντής, και να μην εξυπηρετήθηκε. Με ρωτούσαν κάποιοι: “Γιατί είστε τόσο φιλικός;” Και απαντούσα: “Γιατί είσαι ο εργοδότης μου. Με τη δική σου άμεση και έμμεση φορολογία, εγώ κάθομαι σε αυτή την καρέκλα που κάθομαι.”»
Με την πολιτική του αυτή κατά τη διάρκεια της θητείας του, διαπίστωσε - για ακόμη μια φορά, όπως λέει - ότι η κοινωνία και αντιλαμβάνεται και κρίνει, κάτι που τον βοήθησε να πορευτεί.
«Πιστεύω ότι κάθε δραστηριότητα, επαγγελματική και ερασιτεχνική, δεν μπορεί να μας αφήνει ικανοποιημένους αν δεν περάσει μέσα από την κρίση της τοπικής κοινωνίας. Γι’ αυτό και “άνοιξα” την υπηρεσία στην τοπική κοινωνία, γι’ αυτό και ήρθα σε επαφή με τα Μ.Μ.Ε., παρ’ όλο που πολλοί με κατηγόρησαν ότι ήθελα να προβληθώ. Κι όμως, η προβολή ήρθε δευτερευόντως. Αυτό που επεδίωξα εγώ ήταν η διαφάνεια, το να κάνω μέτοχους και κοινωνούς τους πολίτες και τους τοπικούς φορείς στο όραμά μου και στον τρόπο με τον οποίο ήθελα να το υλοποιήσω. Επικοινώνησα με την κοινωνία και αυτό με αφήνει ικανοποιημένο. Δεν ήμουν ο υπάλληλος των “κλειστών συρταριών”.»
Η ηθική του ικανοποίηση ήταν, έτσι, πολύ μεγαλύτερη από ένα «χαρτί» που θα του έδινε η ίδια η υπηρεσία για την προσφορά του, όταν περπατώντας στους δρόμους της πόλης δεχόταν φιλικά χτυπήματα στην πλάτη και καλά λόγια, από κόσμο που τον ήξερε κι εκτιμούσε τη δουλειά του. «Ένιωθα την ενέργεια του άλλου να περνάει μέσα μου και έλεγα “αξίζει τον κόπο να αγωνιστώ γι’ αυτόν”», λέει ο ίδιος. Κι αυτό, παρ’ όλο που υπήρξαν φορές που απειλήθηκε η ζωή του, από κάποιους που θίγονταν από αποφάσεις που είχε πάρει, την πρώτη φορά βρίσκοντας λασκαρισμένα τα μπουλόνια του αυτοκινήτου του, τη δεύτερη φορά σωζόμενος από ένα τροχαίο στο οποίο ενεπλάκη ο παραλίγο δράστης.

«Δε θα πω “είμαι συνταξιούχος”»
«Αν μου ζητούσατε να κάνω έναν ποιητικό απολογισμό των επαγγελματικών πεπραγμένων μου, θα σας παρέπεμπα σ’ ένα από τα σπουδαιότερα ποιήματα που - κατά τη γνώμη μου - γράφτηκαν ποτέ: στην “Ιθάκη” του Καβάφη», λέει σήμερα ο Ηλίας Κουρτζής. «Αν μου ζητούσατε να κάνω μια πολιτική εκτίμηση της τρέχουσας κατάστασης της χώρας με ποιητική διάθεση, θα σας ανέφερα το ακόλουθο τετράστιχο, που έγραψα πριν από 20 περίπου χρόνια και που νομίζω πως ισχύει και σήμερα: “Το ξέραμε πως στην πηγή ποτέ δεν θα μας πάνε. Μα τους ακολουθήσαμε. Διψούσαμε τόσο!” («Η Επαλήθευση»).»
Ο Ηλίας Κουρτζής δε σκοπεύει να πει “τώρα είμαι συνταξιούχος” και θα σταματήσει κάθε δράση. Είναι σίγουρος πως τώρα, που δεν τον δεσμεύει πια και το οκτάωρο της εργασίας, θα βρει τομείς να ασχοληθεί. Ήδη ασχολείται, δηλαδή. Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές, τις «Στιγμές» και τις «Λέξεις» - «δε θεωρώ τον εαυτό μου ποιητή, αλλά απλώς γράφω κείμενα που η αράδα δεν φτάνει πέρα ως πέρα» λέει -, αρθρογραφεί ερασιτεχνικά (στο παρελθόν μάλιστα είχε κυκλοφορήσει κάποιες φορές ένα φυλλάδιο εδώ στη Μυτιλήνη, διμηνιαίο, πολιτιστικού προβληματισμού, όπως τον «Πήγασο» που έβγαζε στη Λάρισα), έχει εκδώσει ένα βιβλίο για τον πατέρα του («Νίκος Κουρτζής: Ένας πρωτομάστορας της λαϊκής κεραμικής») και πριν από δύο χρόνια κυκλοφόρησε ένα μικρό τεύχος με τέσσερα δοκίμια για το Θεόφιλο. Ιδεολογικά παραμένει πάντα στην αριστερή όχθη, «ανεξάρτητα που δρω σε μια συγκεκριμένη συγκυρία», όπως λέει ο ίδιος.
Έχει πάντα και την κεραμική, αφού στο ημιυπόγειο του σπιτιού του έχει εγκαταστήσει ένα «πρότυπο» ερασιτεχνικό εργαστήρι. «Για να είμαι ειλικρινής, δεν έχω καταλήξει ακόμη στο τι θέλω να κάνω από εδώ και πέρα», λέει. «Αισθάνομαι λίγο περίεργα. Είναι αρνητικά τα συναισθήματα που έφυγα από τη δουλειά, αν με άφηναν θα ήθελα να δουλέψω κι άλλο. Για μένα, η δουλειά μου ήταν και το “χόμπυ” μου. Όπως βλέπω, όμως, θα ασχοληθώ με κατασκευές, θα ξαναμπώ στην κεραμική και μπορεί να γράψω ένα βιβλίο σχετικά με την περίοδο που ήμουν πρόεδρος της Επιτροπής Ελέγχου Τροφίμων. Έχω πολύ υλικό και φωτογραφίες και περιστατικά να αναφέρω, από τα οποία άλλα είναι ευτράπελα και άλλα σοβαρά. Και, δεν ξέρω, μπορεί να ξαναγράψω κείμενα που… η αράδα τους δε φτάνει πέρα ως πέρα.»
«Φοβάμαι το θάνατο…», λέει ωστόσο. «Απαλύνει κάπως το αίσθημά μου αυτό το γεγονός ότι η σκόνη μας τουλάχιστον, που έρχεται από την αυγή της δημιουργίας του σύμπαντος, θα μείνει ανέπαφη μέχρι την αυγή της δημιουργίας του επόμενου σύμπαντος. Κάτι είναι κι αυτό! Και πιστεύω για το Θεό πως, κι αν ακόμη δεν υπήρχε, θα έπρεπε να τον εφεύρουμε.»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου