Σε μια από τις ωραιότερες περιοχές των ανατολικών ακτών της Λέσβου, βρίσκεται το χωριό Πύργοι Θερμής, σε απόσταση 10 χιλιομέτρων βορειότερα από την πόλη της Μυτιλήνης. Μπροστά στην πανέμορφη αγκαλιά της νησιωτικής αυτής γης, ένας πανέμορφος κόσμος, γεμάτος με σπάνιες χάρες και εικόνες ιδανικές, ξεπροβάλλει μαζί με το φως του ήλιου, ζωγραφίζοντας με τα πιο φανταχτερά χρώματα τον ουρανό και τα σύννεφα, καθώς καθρεφτίζονται στα καταγάλανα νερά της θάλασσας του Αιγαίου. Αγκαλιάζουν στην απεραντοσύνη τους τούτη τη γη, σαν μια αρμονική συμφωνία που αποκαλύπτει τον παραδεισένιο και αγιασμένο τόπο της Θερμής, γαλήνιο, ήρεμο.
σ.α.

Κυριακή, 19 Σεπτεμβρίου 2010

Η μαρτυρική ιστορία των προσφύγων του 1922

Πύργοι Θερμής ΛΕΣΒΟΣ
του Στρατή Ανδριώτη
Από τον Αύγουστο του 1922 καταφθάνουν στο νησί της Λέσβου αναρίθμητα πλήθη Μικρασιατών προσφύγων από τα απέναντι παράλια. Διωκόμενοι από τους Τούρκους, εγκαταλείπουν με τον πιο άδικο τρόπο τις πατρογονικές τους εστίες. Ταλαιπωρημένοι από τις κακουχίες έβγαιναν με βάρκες και καΐκια σε τούτες τις ακτές και ήταν αρκετοί εκείνοι, κυρίως Αϊβαλιώτες, που εγκαταστάθηκαν μόνιμα στα χωριά και τις πολιτείες του νησιού, δημιουργώντας αρχικά τους δικούς τους προσφυγικούς οικισμούς, χωρίς να πάψουν να διηγούνται ανελλιπώς στους απογόνους τους την μαρτυρική και αιματόβρεκτη ιστορία της Μικρασίας...



Πολλά είχαν δει τα μάτια των Ελλήνων όλους αυτούς τους αιώνες, μέσα στους χρόνους της τουρκοκρατίας. Είχαν υποστεί βίαιους εξισλαμισμούς, καταλήστευση των περιουσιών και των υπαρχόντων τους, γενιτσαρισμούς, φόνους, κακοποιήσεις και βασανισμούς. Η οθωμανική αυτοκρατορία είχε στηθεί με όπλα τη βία, το αίμα και την καταστροφή. Στο πέρασμα του χρόνου, τίποτα δεν είχε αλλάξει, μόνο που πολλοί Έλληνες δεν άντεχαν την σκλαβιά και είχαν εξισλαμισθεί. Έτσι αιμορραγούσε το Γένος μας, που διασώθηκε χάρη στην ηρωϊκή αντοχή πολλών ραγιάδων, οι οποίοι γεννιόντουσαν και πέθαιναν υπόδουλοι, αναμένοντας καρτερικά τη λευτεριά.
Όταν η Ελλάδα, από το 1821 άρχισε να απελευθερώνει τα σκλαβωμένα εδάφη της από τον τούρκικο ζυγό, οι Τούρκοι βλέποντας ότι δεν μπορούσαν να κρατήσουν τα εδάφη που είχαν υποτάξει, επιστράτευσαν και μηχανεύθηκαν μεθόδους εκτουρκισμού ή εξολοθρεμού των πληθυσμών. Το 1908 όταν έπεσε το σουλτανικό καθεστώς, εξαγγέλθηκε το νέο σύνταγμα των νεότουρκων. Οι Έλληνες (πλην του Πατριαρχείου) πίστεψαν ότι θα είχαν ίσα δικαιώματα με τους μουσουλμάνους, όμως οι Τούρκοι κατάλαβαν γρήγορα ότι σε περίπτωση ίσων ευκαιριών εμπορίου, βιομηχανικού και οικονομικού ανταγωνισμού, οι Χριστιανοί θα υπερίσχυαν και θα εκτόπιζαν στο περιθώριο τους Τούρκους. Η λύση για τους Τούρκους ήταν η εξόντωση των Χριστιανών: Η μαζική εξαφάνιση των μη Τούρκων με δολοφονίες, φυλακίσεις, εξολοθρεύσεις και διωγμούς αμάχων ανθρώπων.
Οι Τούρκοι, ηττημένοι από τους Βαλκανικούς πολέμους, μισούσαν ακόμα πιο πολύ τους Χριστιανούς. Το 1914 αρχίζουν τον πρώτο μεγάλο διωγμό, την ίδια χρονιά που είχε ξεσπάσει ο Α΄ Παγκόσμιος πόλεμος, όπου οι Τούρκοι τάχθηκαν στο πλευρό των Γερμανών, βρίσκοντας την ευκαιρία να εκκαθαρίσουν με τις πιο απάνθρωπες μεθόδους τις Ελληνικές περιοχές που δεν είχαν ακόμα απελευθερωθεί. Δημιούργησαν τα «αναγκαστικά τάγματα εργασίας» με τα οποία εξολόθρευσαν 400.000 Έλληνες. Χιλιάδες οικογένειες εκδιώχθηκαν από τα σπίτια τους και σκορπίστηκαν ως πρόσφυγες. Πολλές πόλεις και χωριά της Μικρασίας, της Θράκης και του Πόντου ερημώθηκαν ή καταστράφηκαν.
Στο Αϊβαλί εφαρμοζόταν τα χρόνια αυτά οι αποφάσεις των νεότουρκων. Ο αφανισμός και η εκδίωξη των Ελλήνων. «Η Τουρκία για τους Τούρκους». Οι Αϊβαλιώτες, όσοι δεν αιχμαλωτίσθηκαν έπαιρναν το δρόμο της προσφυγιάς, γιατί ήξεραν ότι οι Τούρκοι θα επιστράτευαν βίαια όλους τους ραγιάδες Έλληνες, που ήταν υποχρεωμένοι να καταταγούν στο στρατό τους και θα τους χρησιμοποιούσαν ως σκλάβους κάτω από άθλιες και δυσχερείς συνθήκες, χωρίς ρούχα, τροφή και όπλα, γιατί δεν τους εμπιστευόντουσαν. Θα τους είχαν μόνο για καταναγκαστικά έργα, χωρίς ξεκούραση στα τάγματα εξόντωσης των στρατευμένων Χριστιανών, που ως αποτέλεσμα θα είχε τον θάνατο των περισσοτέρων.
Έτσι, μάζεψαν τις οικογένειές τους και διέφυγαν, περνώντας στο αντικρινό νησί της Μυτιλήνης, που είχε ήδη απελευθερωθεί. Επιβιβάσθηκαν αιφνιδιαστικά σε καΐκια, έχοντας ελάχιστο χρόνο για να πάρουν μαζί τους ότι μπορούσαν και βάζανε πλώρη για το αδελφό νησί της Αιολίδας, τη Λέσβο, αφήνοντας πίσω τους τα σπίτια, τις δουλειές και τις ψυχές τους καταρρακωμένες. Ήταν ο πρώτος διωγμός. Εγκαταλείποντας ότι είχαν αγαπήσει, πορευόμενοι σ’ ένα άγνωστο τόπο, αισθανόμενοι τυχεροί που ζούσαν κοντά στη θάλασσα και απέναντί τους ήταν το νησί, γιατί πολλοί Έλληνες που ζούσαν στα ενδότερα της Μικρασίας, αιχμαλωτίσθηκαν και υποχρεώθηκαν απ’ τους Τούρκους σε εξοντωτικές πορείες προς τα βάθη της Ανατολής, πεθαίνοντας στο δρόμο απ’ την πείνα, τις κακουχίες, τους βιασμούς, τους τουφεκισμούς και τις σφαγές. Ήταν τα μαύρα σύννεφα του 1914 που επισκίασαν ολόκληρη τη Μικρασία και τον υπόδουλο Ελληνισμό.
Πατώντας το πόδι τους στη Λέσβο, οι ξεριζωμένοι αυτοί άνθρωποι, ψάχνανε απεγνωσμένα, προσπαθώντας κυρίως να συνειδητοποιήσουν τι τους είχε συμβεί. Ήθελαν να συνέλθουν από το κακό που τους βρήκε, από τα γεγονότα που συνέβησαν, τα οποία αδυνατούσαν να τα πιστέψουν, αφού ο άδικος αυτός διωγμός είχε αλλάξει τόσο γρήγορα και βίαια όλη τη ζωή τους. Ήταν πρόσφυγες, σχεδόν χωρίς τίποτα. Ούτε τα απαραίτητα δεν διέθεταν. Έπρεπε όμως να βρουν κουράγιο να ζήσουν. Σύντομα βρήκαν στέγη. Εγκαταστάθηκαν πρόχειρα όπου έβρισκε η κάθε οικογένεια. Αγναντεύοντας στο βάθος προς το βορά, έψαχναν με τη φαντασία τους να βρουν το Αϊβαλί τους, την αγαπημένη τους Μικρασία. Η θάλασσα γινόταν ένα μεγάλο μονοπάτι που περιδιάβαιναν οι σκέψεις τους μέχρι ν’ ανταμώσουν με τον τόπο τους τον λατρεμένο και με ότι είχε γίνει ένα με το αίμα στις φλέβες τους. Ο διωγμός, τους είχε γεμίσει στενοχώρια και πίκρα. Ένα πλήγμα στην καρδιά τους που μερόνυχτα ολόκληρα τους βασάνιζε αφόρητα.
Το 1917 τα σύνορα άνοιξαν. Το Αϊβαλί ήταν πάλι «ελεύθερο», αλλά υπόδουλο στους Τούρκους. Οι Αϊβαλιώτες, χαρούμενοι πήραν τον δρόμο της επιστροφής. Οι εξόριστοι αυτοί άνθρωποι επέστρεφαν στην πολιτεία τους μετά την ανακωχή. Όμως ήταν λιγότεροι από τους μισούς. Οι άντρες, οι πολεμιστές, που γύριζαν με λαχτάρα να σφίξουν τους δικούς τους στην αγκαλιά τους, έζησαν ανατριχιαστικά δράματα. Έρχονταν στο Αϊβαλί οι παλιννοστούντες από τη Μυτιλήνη και έτρεχαν κατευθείαν στα σπίτια τους, να δουν τους γονείς και τα παιδιά τους και εύρισκαν τα σπίτια τους ρημαδιά. Παρόλα αυτά, οι Αϊβαλιώτες ξαναγύριζαν στα σπίτια τους, στις Εκκλησίες και στις όμορφες γειτονιές τους, που είχαν μείνει έρημες για τρία χρόνια. Συναντούσαν τα αγαπημένα πρόσωπα, που δεν ξέρανε που βρισκόταν αυτά τα χρόνια, αφού είχαν διασκορπιστεί «κακῆν κακῶς». Σιγά-σιγά, όλα άρχισαν να παίρνουν την πρωτινή ομορφιά τους και να βρίσκουν το ρυθμό τους. Το Αϊβαλί και η Μικρασία ξαναζούσαν.
Η αγάπη των Ελλήνων για την πατρίδα τους, ζωογονούσε την επιθυμία τους για απελευθέρωση από τα δεσμά της δουλείας και δεν άργησε να καρποφορήσει. Μόνο που η πορεία για την επίτευξη αυτού του στόχου ήταν δύσκολη και έκρυβε πολλές παγίδες, διότι ενώ για τους Αϊβαλιώτες και όλους τους υπόλοιπους Μικρασιάτες και Ποντίους, η γη και οι θάλασσες που θέλανε να ελευθερώσουν ήταν οι πατρίδες των προγόνων τους, που τους εξασφάλιζαν τα προς το ζείν, για κάποιους όμως δήθεν συμμάχους της Ελληνικής ολιγαρχίας που ερευνούσαν και καιροφυλακτούσαν επί σειρά ετών ολόκληρη την περιοχή, ώστε να αποκομίσουν κέρδη και οφέλη, προείχε το μοίρασμα του αποικιακού πλούτου και η εκμετάλλευση των ξένων εδαφών που δεν τους ανήκαν, όπως η βιομηχανική επικράτηση, τα πετρέλαια, το εμπόριο, τα λιμάνια, οι σιδηρόδρομοι και ότι άλλο ήταν ξένο.
Ενώ λοιπόν, οι Έλληνες οραματιζόντουσαν να ελευθερώσουν από τους Τούρκους ύστερα από αιώνες την σκλαβωμένη πατρίδα τους, οι «συμμαχικές δυνάμεις» εκμεταλλευόμενοι αυτόν τον πόθο των Ελλήνων, έσπρωξαν τον Ελληνικό στρατό να εκστρατεύσει στην Μικρά Ασία με πρόσχημα «νά ἀσφαλίσει τήν τάξη…», ενώ στην πραγματικότητα, οι Άγγλοι κυρίως, δεν ήθελαν να χρησιμοποιήσουν και να φθείρουν το δικό τους στρατό για να διασφαλίσουν τα συμφέροντά τους.
Στις 2 Μαΐου του 1919, ο Ελληνισμός της Μικράς Ασίας ζει ανεπανάληπτες στιγμές, καθώς ο Ελληνικός στρατός παίρνει… εντολή να καταλάβει τη Σμύρνη, πράγμα που επιτυγχάνεται μέσα σε πανηγυρισμούς. Η Ελλάδα έπρεπε να συνεχίσει την ιστορία της ελεύθερη. Ο Κεμάλ δεν έπρεπε να σηκώσει κεφάλι. «Η στρατιά της Μικράς Ασίας που διατάχθηκε να εξορμήσει προς Ανατολάς, ήταν μια τρομερή πολεμική μηχανή, μια στρατιά ηρώων, διοικούμενη από τους άριστους της πολεμικής τέχνης…», που εξορμά, πολεμάει γενναία, προχωρεί και προελαύνει. Η μεγάλη Ελλάδα ήταν ο στόχος. Οι Έλληνες της Μικράς Ασίας πανηγύριζαν την ελευθερία τους από τη σκλαβιά 500 χρόνων, υποδεχόμενοι τον Ελληνικό στρατό.
Κι όμως, όλα αυτά ήταν ένα όνειρο, που κράτησε 18 μήνες, πριν μετατραπεί σε εφιάλτη και χαθούν τα πάντα. «Οι εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920, ήταν σφάλμα εγκληματικό». Άλλαξαν όλα. Η πολιτική ηγεσία των Ελλήνων αλλάζει, μέχρι και οι εμπειροπόλεμοι αρχηγοί και αξιωματικοί του στρατού αντικαθιστώνται. Το σαράκι από το μίσος του κομματισμού, οι φιλοδοξίες και η ύπαρξη μεγάλων συμφερόντων των «συμμάχων» είχαν ως αποτέλεσμα να επέλθει η Μικρασιατική καταστροφή. Οι αναξιόπιστοι «σύμμαχοι» της Αντάντ (Άγγλοι, Γάλλοι, Ιταλοί, Αμερικάνοι, οι Γερμανοί, ακόμα και οι Ρώσοι) αλλάζουν πολιτική ανάλογα με τα συμφέροντά τους και στέκονται τελικά σύμμαχοι του κινήματος του Μουσταφά Κεμάλ πασά, αδιαφορώντας για εκατομμύρια Ελλήνων, αμάχων Χριστιανών. Φυσικά ουδείς λόγος για να σεβαστούν την τρισχιλιετή παρουσία των Ελλήνων στη Μικρά Ασία, οι οποίοι είχαν χτίσει πόλεις και χωριά, ξεχερσώνοντας εκτάσεις και δημιουργώντας λαμπρό πολιτισμό.
Ο Ελληνικός στρατός παρόλα αυτά πολεμά στα μέτωπα, εξακολουθεί να προελαύνει ακόμα και μέσα στην Αλμυρά έρημο! Στην εκστρατεία του Σαγγαρίου δόθηκαν πολλές μάχες, όλες νικηφόρες για τους Έλληνες. Χύθηκε άφθονο αίμα. Ο Κεμάλ βλέποντας το στρατό του να αποδεκατίζεται αναφωνεί: «Αν ηττηθούμε, Έλληνες θα μας έχουν νικήσει», και ενώ ετοιμάζεται να διατάξει την απαγκίστρωση του τουρκικού στρατού για να προλάβει την καταστροφή, μαθαίνει ότι… οι Έλληνες έφτασαν στα όρια της αντοχής τους και ετοιμάζονται να αποχωρήσουν απ’ όλο το μέτωπο!!! Ο Ελληνικός στρατός έφευγε χωρίς να έχει ηττηθεί, λόγω της ανικανότητας κάποιων επιτελαρχών να πάρουν κρίσιμες αποφάσεις σε καίρια σημεία. Η καταστροφή έρχεται. Οι προδομένοι Έλληνες στρατιώτες φεύγουν γιατί κάποιοι δεν ήθελαν να συνεχίσουν τον ένδοξο αγώνα τους. Οπισθοχωρούν μαχόμενοι, καταδιωκώμενοι από τους Τούρκους, αφήνοντας πίσω τους χωρικούς, γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένους απροστάτευτους στη μανία των Τούρκων.
Η ανησυχία είχε σκεπάσει και την πολιτεία του Αϊβαλιού. Μαθεύτηκε ότι είχε σπάσει το μέτωπο. Οι Αϊβαλιώτες άρχισαν να προβληματίζονται για την έκβαση του πολέμου. Οι δημόσιες υπηρεσίες άρχισαν να συσκευάζουν τα αρχεία τους και να ετοιμάζονται για αναχώρηση, σύμφωνα με διαταγές της Ελληνικής κυβερνήσεως. Στο Αϊβαλί καταφθάνουν από το μέτωπο Έλληνες στρατιώτες που περιγράφουν τη θλιβερή κατάσταση και επιβεβαιώνουν την αποχώρηση του Ελληνικού στρατού, που τόσες περίλαμπρες νίκες είχε κατά τη μικρασιατική εκστρατεία και τώρα διώκεται από τους μέχρι πρότινος ηττημένους Τούρκους που δεν πιστεύουν στα μάτια τους, αφού χωρίς να έχουν κάνει ούτε μια νίκη μετά από τόσες μάχες, βγαίνουν τώρα νικητές!!! Οι στρατιώτες που φθάνουν στο Αϊβαλί προτρέπουν τους Αϊβαλιώτες να πάρουν τις οικογένειές τους και να περάσουν το ταχύτερο στη Λέσβο, γιατί οι Τούρκοι δε λυπούνται κανέναν, «οὑδέ νηπίων ζωῆς».
Πολλοί Αϊβαλιώτες αρχίζουν να διαφεύγουν περίλυποι, παρά τις αντίθετες και αυστηρές διαταγές της δημογεροντίας της πολιτείας. Ο δρόμος της προσφυγιάς ήταν αναπόφευκτος. Στα σπίτια οι συζητήσεις και η ανησυχία που επικρατεί φέρνουν αναστάτωση και απόγνωση. Αποφασίζουν να διαφύγουν στις ακτές του νησιού της Μυτιλήνης, παίρνοντας μαζί τους ότι πιο πρόχειρο έβρισκαν μπροστά τους εκείνες τις ώρες. Ξανά η ίδια δοκιμασία, όπως το 1914. Η εκκένωση της Μικράς Ασίας είχε αρχίσει. Καραβάνια από ταλαίπωρους ανθρώπους καταφθάνουν στα παράλια και επιβιβάζονται σε ότι έβρισκαν για να γλιτώσουν από την μανία και την λύσσα των Τούρκων. Επιβιβάσθηκαν σε καΐκια και βάρκες με προορισμό τις αντικρινές ακτές.
Οι δικοί μας, προσεγγίζοντας την παραλία των Μιστεγνών, αντίκρισαν την Εκκλησία του Σωτήρος Χριστού που είναι δίπλα στη θάλασσα, στη σκάλα των Μιστεγνών της Λέσβου. Εκεί προσάραξαν και βγήκαν ταλαιπωρημένοι για να ξαποστάσουν. Στην άμμο μέσα έκρυψαν μέχρι να τακτοποιηθούν, εικόνες και ραφομηχανές και ότι πρόλαβαν να πάρουν μαζί τους. Άμα συνήλθαν λίγο, πήραν το δρόμο για την Θερμή, όπου δεχόταν πλήθος προσφύγων κυρίως από το Αϊβαλί, τα Μοσχονήσια, τη Σμύρνη καθώς και άλλων Μικρασιατικών περιοχών.
Η κατάσταση των ανθρώπων αυτών ήταν οικτρή και αξιολύπητη, που γινόταν ακόμα πιο δεινή από την άρνηση κάποιων ντόπιων να βοηθήσουν και να περιθάλψουν τους πρόσφυγες και να τους ανακουφίσουν. Η φτώχεια και η μιζέρια που χαρακτήριζε πολλούς απ’ τους κατοίκους της περιοχής, τους έκανε να βλέπουν τους νεοφερμένους ως απειλή και ως παράγοντες περαιτέρω επιδείνωσης της κατάστασής τους. Οι σχέσεις προσφύγων και ντόπιων ήταν τεταμένες, χωρίς βέβαια να λείπουν και εκείνοι που συμπόνεσαν και βοήθησαν τους πρόσφυγες. Τελικά με την επέμβαση της αστυνομίας επιτάχθηκαν σπίτια που ήταν άδεια, ώστε να στεγαστούν οι πονεμένοι πρόσφυγες, που εδώ στο χωριό παρέμεναν στο σχολείο αλλά και στις Εκκλησίες των Πύργων και της Θερμής. Κυριολεκτικά στοιβαγμένοι, οι πρόσφυγες αναγκάστηκαν να μείνουν πολλές φορές τρεις - τέσσερις ή και περισσότερες οικογένειες σ’ ένα σπίτι. Ζούσαν στεναχωρημένοι κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες και ο πόνος τους μεγάλωνε ακόμα περισσότερο όταν ο νους τους περιπλανιόταν στην πατρίδα και στους ανθρώπους τους που άφησαν πίσω τους, χωρίς να γνωρίζουν τι απέγιναν.
Για όσους δεν πρόλαβαν να διαφύγουν, η 29η Αυγούστου του 1922 ήταν η αποφράδα ημέρα για το Αϊβαλί, που περιείρχετο και πάλι στους Τούρκους. Μια ομάδα από 35 τσέτες κατέλυσε στο διοικητήριο, χωρίς να πειράξουν κανέναν. Μετά όμως, από λίγες μέρες έφθασαν στο Αϊβαλί διάφοροι Έλληνες από τα γύρω χωριά και ανέφεραν σφαγές και λεηλασίες από τους Τούρκους. Την 6η Σεπτεμβρίου, στις 9 το πρωί, εισήλθαν στο Αϊβαλί τα πρώτα τουρκικά στρατιωτικά αυτοκίνητα, αδιαφορώντας για την ορισθείσα προϋπάντηση έξω της πόλεως (Αγ. Αντώνιο), των Εκκλησιαστικών και δημοτικών αρχών με επικεφαλή τον Μητροπολίτη Γρηγόριο.
Την επόμενη ημέρα στρατοπέδευσαν στο Αϊβαλί μεγάλες δυνάμεις του τουρκικού ιππικού (4000 ανδρών), πολιορκώντας την πόλη, φοβούμενοι ότι οι Αϊβαλιώτες ήταν πλήρεις όπλων και εκρηκτικών. Κατελήφθησαν τα σχολεία, η Μητρόπολη, η παραλία, όλα τα επίκαιρα μέρη της πόλεως, καθώς και τα δυο στόμια του λιμένος και κηρύττεται στρατιωτικός νόμος, με αποκορύφωμα τη διαταγή να παραδοθούν όλοι οι άντρες ηλικίας 18-45 ετών, θεωρούμενοι ως στρατεύσιμοι. Από αυτούς άλλοι κρατήθηκαν στις φυλακές και άλλοι με συνοδεία Τούρκων δολοφόνων μεταφέρθηκαν στο εσωτερικό, δεμένοι ανά δύο, πάνω από το Φρένελι στη θέση «ταμ-ασαλή», παλαιά μεταλλεία, όπου οι δήμιοι τους εφόνευαν. Όταν τα μεταλλεία γέμισαν με πτώματα, μετέφεραν τους υπόλοιπους αιχμαλώτους στη μεγάλη χαράδρα του «Μουσλούνταγ». Σε 4000 ανέρχονταν οι συλληφθέντες Αϊβαλιώτες που υπέστησαν μαρτυρικό θάνατο. Καθημερινά, εκτυλίσσονταν εικόνες φρίκης. Συλλήψεις, βασανιστήρια, φυλακισμοί και φόνοι.
Στις 14 Σεπτεμβρίου 1922, εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, τελέσθηκε η τελευταία θεία λειτουργία στον Μητροπολιτικό ναό του Αϊβαλιού και από την επόμενη ημέρα έπαψαν να σημαίνουν οι καμπάνες των 11 Εκκλησιών. Όλοι οι Χριστιανοί του Αϊβαλιού θέλανε τώρα να φύγουν για να σωθούν. Την ημέρα αυτή είδαν με τα μάτια τους 6000 Μοσχονησίους, από το μικρότερο βρέφος μέχρι του τελευταίου γέροντος, με επικεφαλή τον μαρτυρικό Ποιμενάρχη Μοσχονησίων Αμβρόσιο, να οδηγούνται σε ομαδική σφαγή.
Λίγες ημέρες μετά και έπειτα από διαπραγματεύσεις φθάνουν στο λιμένα του Αϊβαλιού δύο Ελληνικά επιβατικά ατμόπλοια με αμερικανική σημαία και πλήρωμα Αμερικανούς και Έλληνες ναύτες. Έξω από το λιμάνι ανέμενε υπερωκεάνιο για να παραλάβει τους πρόσφυγες και να τους μεταφέρει στη Μυτιλήνη. Κυκλοφόρησε τότε η προκήρυξη των Τούρκων ότι όσοι εκτός των στρατευσίμων ήθελαν ν’ αναχωρήσουν, έπρεπε να προετοιμασθούν. Αλλόφρονες από τον φόβο τους μήπως δεν προφτάσουν, άρχισαν οι Αϊβαλιώτες να συνωστίζονται στην οικία του Ευαγγελόπουλου, στο Ιερό Νοσοκομείο, για να τους γίνει έλεγχος και να επιβιβαστούν προς την ελευθερία. Το «πλατύ σοκάκι», ήταν γεμάτο από ανθρώπους κάθε ηλικίας, που συνωστίζονταν για να διαφύγουν. Οι Τούρκοι έκαναν έρευνες για να παρακρατούν ότι πολύτιμο έφεραν πάνω τους οι διερχόμενοι πρόσφυγες. Καθημερινά διαδραματίζονταν συγκινητικές σκηνές ανθρώπων που αγωνιούσαν να σωθούν.
Από τους τελευταίους που έμειναν στο Αϊβαλί ήταν ο Μητροπολίτης Γρηγόριος, ο οποίος παρά τις πιέσεις των 21 ιερέων των 11 μεγάλων ναών της πόλεως και των ιεροψαλτών, αρνήθηκε να φύγει και να αφήσει το ποίμνιο του λέγοντας ότι: «εφ’ όσον και ένας ακόμη εκ των πιστών του ποιμνίου μου βρίσκεται εδώ, είμαι υποχρεωμένος να μείνω και εγώ». Στις 30 Σεπτεμβρίου του 1922, επετράπη να αναχωρήσουν για τη Μυτιλήνη οι ιερείς, εκτός ενός αρχιμανδρίτη που θα παρέμενε μαζί με τον Μητροπολίτη στο Αϊβαλί. Ο Κυδωνιών Γρηγόριος συνόδευσε τους ιερείς ως την αποβάθρα του λιμανιού, για να τους αποχαιρετήσει. Όμως οι Τούρκοι άλλαξαν σχέδια εμποδίζοντας την αναχώρηση και τους διατάσσουν να τους ακολουθήσουν. Ο Δεσπότης τίθεται επικεφαλής της πένθιμης συνοδείας και βαδίζει μέσω εξαγριωμένων τούρκων, δια μέσω των κεντρικότερων οδών της πόλεως, ακολουθούμενος από τους 21 ιερείς και τους ρασοφόρους ιεροψάλτες. Οδηγούνται όλοι σε ένα χώρο πριν το νοσοκομείο και ρίχνονται στην παράπλευρη φυλακή, όπου θα υποστούν μύριες στερήσεις και απερίγραπτα βασανιστήρια, χωρίς στιγμή ησυχίας από τους δήμιους, που απογυμνώνοντάς τους, ραπίζοντας και κεντώντας με τις ξιφολόγχες, τους δημιουργούν τον πόνο και την οδύνη επί τέσσερα μερόνυχτα.
Την τέταρτη ημέρα παρελήφθησαν όλοι από Τούρκους στρατιώτες και μεγάλο αριθμό ένοπλων τσετών και οδηγήθηκαν έξω από την πόλη προς το δρόμο του Αγιασματίου και των Αλυκών, σε άθλια κατάσταση, υβριζόμενοι και εξευτελιζόμενοι. Μισή ώρα έξω από την πόλη σε μια απότομη χαράδρα, οι Τούρκοι στρατιώτες, ξεχωρίσανε τον Δεσπότη και μερικούς άλλους και άρχισαν να σκάπτουν βαθύ λάκκο όπου έθαψαν ζωντανό τον Δεσπότη Κυδωνιών, ενώ οι άλλοι άρχισαν να σφάζουν τους ιερείς και να τους τουφεκίζουν. Οι υπόλοιποι ημίγυμνοι, διψασμένοι, πεινασμένοι, ματωμένοι συνεχίσανε την μαρτυρική πορεία προς το θάνατο. Προς την Πέργαμο, το Κιρκαγάτς, το Αξάρι… Άλλους τους έσφαξαν, άλλους τους παρέδιδαν στον όχλο που τους λιθοβολούσε, άλλους τους πήγαιναν στα κάτεργα, όπου κανείς δεν άντεχε από τις κακουχίες. Θανατώθηκαν υπέρ της πίστεως και της πατρίδος. Η Ελληνική Μικρασία δεν υπήρχε πια!
Εδώ στο χωριό, το κλάμα ενός νεογέννητου κοριτσιού, που σα να προαισθάνθηκε το κακό και τη συμφορά στα αντικρινά βουνά της Μικρασίας, διαπερνούσε την ησυχία που επικρατούσε σ’ έναν απ’ τους παλιούς πύργους του χωριού, στους Πύργους Θερμής της Λέσβου. Ήταν το κλάμα της μικρής Ευαγγελίας που γεννήθηκε παίρνοντας το όνομα του πατέρα της Ευάγγελου Μπακλά, που δεν θα έβλεπε ποτέ στη ζωή της. Η μητέρα της μικρής, η Αιμιλία, ήταν εγκυμονούσα όταν αποχαιρετούσε τον σύζυγό της στο Αϊβαλί, προσδοκώντας ότι όλα θα είχαν αίσιο τέλος. Το σπαρακτικό κλάμα ακούγεται ως τα πέρατα της αδικημένης πατρίδας. Μαζί της και η Μαρία, η γυναίκα του Απόστολου κλαίει για το χαμό, τον εξολοθρεμό, την προσφυγιά, την ορφάνια των παιδιών της. Η Μαριάνθη μαθαίνει και αυτή για την αιχμαλωσία και τον τουφεκισμό του άνδρα της. Βλέπει τα τρία κοριτσάκια της μόνα και οδύρεται. Σ’ αυτόν τον παλιό πύργο του Χατζηδήμου, όπως λεγόταν, δίπλα στου Κατσάνη, θα έμεναν πρόχειρα όλοι μαζί ώσπου να δουν τι θα απογίνουν. Η γριά πλέον κυρά Ανα-στασία πικραμένη για το χαμό των σπλάχνων της, των τριών παλικαριών της, μένει και εκείνη στον πύργο αυτό.
Μαζί και οι δύο άλλες κόρες της, η Δέσποινα και η εγκυμονούσα στο πρώτο της παιδί Παρασκευούλα με τους άντρες τους. Η Μαριάνθη αργότερα μετακόμισε λίγο πιο πέρα, σ’ ένα πυργάκι κάτω απ’ την Παναγία την Τρουλωτή και η Δέσποινα η αδερφή της σ’ έναν πύργο πάνω απ’ τον Άγιο Παντελεήμονα. Εκεί στην Εκκλησία της Παναγίας, πάνω απ’ τον πύργο του Αλαμανέλλη ήταν ένας μικρός πύργος που τον χρησιμοποιούσαν ως σχολείο. Εκεί μάθαιναν γράμματα τα μικρά προσφυγόπουλα.
Τα χρόνια αυτά ήταν δύσκολα. Ο πόνος και οι δυσκολίες της προσφυγιάς ήταν αβάσταχτοι. Η μικρή Δήμητρα, αποτύπωνε μέσα στην παιδική ψυχούλα της τα βάσανα και τις περιστάσεις που διαδραματίσθηκαν όλα αυτά τα χρόνια. Λίγο καιρό αργότερα γράφει ποιήματα, με γραφίδα βουτηγμένη στην πληγωμένη καρδία της για τα όσα στερήθηκε στα νεανικά και στα μετέπειτα χρόνια της ζωής της.
Γράφει για τον πόνο της προσφυγιάς:
«Απ’ το Αϊβαλί βρεθήκαμε
στη Λέσβο κάποια ημέρα,
τρία κορίτσια ορφανά,
μικρά ταπεινωμένα.
Στην αγκαλιά της τη ζεστή,
μας σφίγγει η μανούλα
και με θλιμμένη την καρδιά,
γιατί ήταν προσφυγούλα.
Με δίχως σπίτι και λεφτά
και δίχως μαξιλάρι,
με τα παιδιά στην αγκαλιά,
ήταν βαρύ γομάρι.
Είχαμε στην πατρίδα μας,
σπιτάκι και γωνίτσα
και έναν πατέρα που έτρεχε
τη μέρα και τη νύχτα.
Τον πήρανε αιχμάλωτο,
οι τούρκοι κάποια ημέρα
και μείνανε πεντάρφανα
στους δρόμους πονεμένα.
Δεν έχασε η μανούλα μας,
μονάχα τον πατέρα,
επιάσανε αιχμάλωτα
τα τρία της αδέλφια
κ’ οι τρεις τους ήταν άριστοι,
γεροί ιεροψάλτες,
πασίγνωστοι στο Αϊβαλί
με τ’ όνομα Μπακλάδες.
Στα ράσα εντυθήκανε,
με ελπίδα να γλιτώσουν
που να ‘ξεραν οι άτυχοι,
πως χάρο θ’ ανταμώσουν.
Χωρίς ελπίδα πια καμιά,
εις τη δουλειά εστρώθει,
γιατί είχε τρία ορφανά
ψωμάκι να τα δώσει.
Και με ελπίδα τον Θεό,
που πάντα προσκαλούσε,
έτρεχε η άμοιρη, η φτωχή
και μας ζωογονούσε…
Όλη τη μέρα έπλενε,
στα πλούσια τα σπίτια,
και όταν εβράδιαζε καλά,
έβαζε μια μαντίλα,
και τυλιγότανε καλά,
να μην την εγνωρίσουν,
και έπαιρνε εμάς δίπλα της,
για να τη βοηθήσουν.
Με λίγα λόγια έγινε,
ζητιάνα η καημένη,
την είχε δικάσει ο Κεμάλ,
να’ ναι ταπεινωμένη.
Γι’ αυτό επήρα το χαρτί και γράφω αυτόν τον πόνο, γιατί τον έχω μέσα μου, ολημερίς το χρόνο…»
…και συνεχίζει αποτυπώνοντας με έκδηλο τρόπο την απώλεια του πατέρα της:
….«πήραν και τον πατέρα μου,
που πριν καλά γνωρίσω,
και με θλιμμένη την καρδιά,
το γράφω και δακρύζω.
Στ’ αλήθεια είναι πολύ πικρό
να μη θωρείς πατέρα,
ούτε στο άψυχο χαρτί,
ούτε μια καλημέρα.
Και τώρα που μεγάλωσα
κι ασπρίσαν τα μαλλιά μου,
θαρρείς πως πιο πολύ πονώ,
ματώνει η καρδιά μου.
Μέχρι που ζω και βρίσκομαι
στο ξένο αυτό το χώμα,
θα το ‘χω το παράπονο,
στα χείλη και στο στόμα.
Και με το νου θα βρίσκομαι,
πάντα εις τ’ Αϊβαλί μας,
αυτό που δεν εγνώρισα,
αλλ’ είναι η πατρίς μας…»
Στους δύσκολους καιρούς της προσφυγιάς, οι ταλαιπωρημένοι αυτοί άνθρωποι προσπαθούσαν να επιβιώσουν κάνοντας ότι ήταν ανθρωπίνως δυνατόν, κυρίως γιατί είχαν παιδιά και δεν ήθελαν να τ’ αφήσουν να δυστυχούν. Οι ταπεινωμένοι πρόσφυγες, αναζητούσαν καθημερινά τρόπους ώστε να ξεφύγουν απ’ τη μιζέρια της προσφυγιάς και να καλυτερεύσουν τη ζωή τους. Είχαν μάθει απ’ το Αϊβαλί να ζουν ανθρώπινα και να προοδεύουν, δεν άντεχαν την δυστυχία. Όλα όμως γύρω τους ήταν αβέβαια καθώς κυλούσαν τα χρόνια, ώσπου ήρθε η βοήθεια από το κράτος, έστω και καθυστερημένα. Αποφασίσθηκε να μοιρασθούν στις προσφυγικές οικογένειες στη Λέσβο, ανάλογα με τα μέλη, από ένα σπίτι και ένα ελαιοχώραφο.
Στα ποιήματα της Δήμητρας απεικονίζεται η κατάσταση που είχαν επιφέρει οι διωγμοί και η προσφυγιά καθώς και η φτώχεια που μάστιζε τους ταλαιπωρημένους αυτούς ανθρώπους.
«Πολλές φορές εσκέπτομαι, τα παιδικά μου χρόνια,
γιατί το υστερούσαμε και το ψωμί ακόμα.
Η φτώχεια ήτανε παντού, λες κι ήτανε μόδα,
και προπαντός στους πρόσφυγες, γιατί περνούσαν μπόρα.
Καθόμαστε εις τη Θερμή, σ’ ένα Κουρέλι σπίτι,
κι όταν μας έπιανε βοριάς, ετρέμαμε σα σκύλοι.
Είχε παράθυρα πολλά και τζάμι ούτε ένα,
η πόρτα δεν είχε κλειδί, κανάτια κρεμασμένα…
Ήταν μια μέρα αλλιώτικη, με σούρουπο θλιμμένο,
και ‘μεις ψωμί δεν είχαμε, το τζάκι μας σβησμένο.
Μας έστειλε η μάνα μου, σ’ ένα γνωστό της σπίτι,
ψωμί για να ζητήσουμε να μας οικονομήσει.
Πήρα την αδερφούλα μου και με βαριά τα πόδια,
να πάω όπου μου ‘λεγε, η μάνα μου η δόλια.
Όλο το δρόμο χτύπαγε, με θλίψη η καρδιά μου,
βουρκώνανε τα μάτια μου, τρέμαν τα γόνατά μου.
Ο δρόμος γρήγορα θαρρείς, μας πήγε εμπρός στο σπίτι,
δυνάμωνε ο πόνος μου, εδίπλωνε η θλίψη.
Χτυπώ την πόρτα δυνατά και φεύγω πιο παρέκει,
αφήνω τη μικρή μου αδερφή, να πει το τι μας τρέχει.
Η πόρτα αμέσως άνοιξε και βγαίνει μια κυρούλα,
με καλοκάγαθη μορφή και αυτή προσφυγοπούλα.
Τι θέλεις κοριτσάκι μου, της λέει με λαχτάρα.
Ψωμί εμείς δεν έχουμε και μ’ έστειλε η μανούλα.
Αμέσως το εγνώρισε και του μιλά με λύπη,
και μπαίνει εις το σπίτι της για να μας ελεήσει.
Μας έδωσε μισό ψωμί, ελιές και λίγο λάδι,
το πήγαμε στο σπίτι μας και φάγαμε το βράδυ…
Πολλά εμείς περάσαμε, στα παιδικά μου χρόνια,
γιατί είχε φτώχεια αρκετή, παντού σε όλη τη χώρα…
Στην ηλικία μου αυτή, εγνώρισα τη φτώχεια,
πολλές φορές μας έλειπε και το ψωμί ακόμα.
Έβγαινα στο διάλειμμα και όλα τα λαχταρούσα
και όταν έτρωγαν τα άλλα παιδιά, εγώ αλλού κοιτούσα…
Στα καινούρια σπίτια που μοιράστηκαν στους πρόσφυγες το 1932, ζούσαν τώρα καλύτερα. Οι συνθήκες ήταν πιο ανθρώπινες. Η ζωή κυλούσε. Η διαβίωση όμως παρέμενε δύσκολη. Ο καθένας βοηθούσε με όποιο τρόπο μπορούσε. Οι γυναίκες κουβαλάγανε τα ρούχα που ήταν για πλύσιμο, τις σκάφες και τις πυροστιές, πότε στον Άγιο Παντελεήμονα και πότε στον Άγιο Γιάννη, για να πλύνουν στα πηγάδια, ώσπου ο Δημητρός σκέφτηκε να ανοίξει πηγάδι μέσα στην αυλή του σπιτιού του, και εκεί μαζευόντουσαν οι γυναίκες και πλένανε τα ρούχα.
Καθώς περνούσαν τα χρόνια, οι ρυθμοί της ζωής παρέμεναν ίδιοι. Η Εκκλησία, όλον αυτό τον καιρό ήταν για όλους η παρηγοριά, η ελπίδα και η σωτηρία. Στα πρόσωπα του Χριστού, της Παναγίας και των Αγίων οι πονεμένοι αυτοί άνθρωποι, έβλεπαν την λύτρωση και την Ανάσταση.
Ώσπου να συνέλθουν όμως, ξεκίνησε ένας νέος κύκλος δοκιμασιών για τους ανθρώπους αυτούς. Ήρθαν νέες συμφορές, με τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του ’40 και την εισβολή των γερμανών και του Χιτλερισμού. Ήρθαν εκ νέου δύσκολοι καιροί που απαιτούσαν πάλι υπομονή και καρτερικότητα στις νέες δοκιμασίες. Ήταν η συνέχιση της μαρτυρικής πορείας του Γένους και των ανθρώπων μας που έγραφε την ματωμένη ιστορία της.
Βιβλιογραφία: "Οικογενειακό κειμήλιο" του Στρατή Ανδριώτη

4 σχόλια:

  1. εχω διαβάσει ολοκληρο το οικογενειακλο κειμήλιο και θα ηθελα να σας ευχαριστησω για αυτήν την ευκαιρια που είχα στην ζωη μιυ. Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε απο ποιους ανθρώπους καταγώμαστε και τι περάνε για είμαστε εμεις στην ζωη!!!!!
    Ενα ευχαριστώ είναι πολύ λίγο!!!Να εισται πάντα καλά !!!
    Ανδριώτη Αθανασίου Μυρσίνη

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. εχω διαβάσει ολοκληρο το οικογενειακλο κειμήλιο και θα ηθελα να σας ευχαριστησω για αυτήν την ευκαιρια που είχα στην ζωη μιυ. Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε απο ποιους ανθρώπους καταγώμαστε και τι περάνε για είμαστε εμεις στην ζωη!!!!!
    Ενα ευχαριστώ είναι πολύ λίγο!!!Να εισται πάντα καλά !!!
    Ανδριώτη Αθανασίου Μυρσίνη

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ...........Αιωνια η μνημη αυτων.

    ΑπάντησηΔιαγραφή