Σε μια από τις ωραιότερες περιοχές των ανατολικών ακτών της Λέσβου, βρίσκεται το χωριό Πύργοι Θερμής, σε απόσταση 10 χιλιομέτρων βορειότερα από την πόλη της Μυτιλήνης. Μπροστά στην πανέμορφη αγκαλιά της νησιωτικής αυτής γης, ένας πανέμορφος κόσμος, γεμάτος με σπάνιες χάρες και εικόνες ιδανικές, ξεπροβάλλει μαζί με το φως του ήλιου, ζωγραφίζοντας με τα πιο φανταχτερά χρώματα τον ουρανό και τα σύννεφα, καθώς καθρεφτίζονται στα καταγάλανα νερά της θάλασσας του Αιγαίου. Αγκαλιάζουν στην απεραντοσύνη τους τούτη τη γη, σαν μια αρμονική συμφωνία που αποκαλύπτει τον παραδεισένιο και αγιασμένο τόπο της Θερμής, γαλήνιο, ήρεμο.
σ.α.

Τετάρτη, 8 Δεκεμβρίου 2010

Ο Καλόγερος της Θερμής (1905 μ.Χ.)

Ήμουνα, που λέτε, φτωχό κορίτσι και δούλευα υπηρέτρια σε κάποιο πλούσιο σπίτι. Η κυρά μου όμως ήταν σκληρή και με βασάνιζε με πολλές δουλειές. Μ' έστελνε ακόμη και στις ελιές και να της δίνω το μεροκάματο. Πηγαίναμε στη Θερμή με τα πόδια και μαζεύαμε ελιές. Ήμουνα και γεροδεμένη γι' αυτό και ο Κεχαγιάς μ' έβαζε να τραβάω το γαϊδούρι φορτωμένο με τις ελιές...

Μια ημέρα εκεί που πήγαινα τραβώντας το γαϊδούρι κι έβρεχε μια δυνατή βροχή, χαλάζι, αστραπές, βροντές, γινότανε χαλασμός Κυρίου... Οι μαζεύτρες διαλυθήκανε και τρέξανε, εγώ με το γαϊδούρι φορτωμένο πήγαινα σιγά σιγά μες στη βροχή... Καμιά φορά κάνει έτσι το γαϊδούρι, γέρνει το γουμάρι, πέφτει κάτου. Πάω να το σηκώσω, τίποτα, απελπίστηκα πια σε τέτοια νεροποντή μοναχή μου, άρχισα να παρακαλιέμαι «Παναγία μου, Άγγελέ μου Άγιε», κι εφώναζα, ποιος να μ’ ακούσει...
Καμιά φορά εκεί που δερνόμουνα με το γαϊδούρι κάτω, νάσου και βλέπω εκεί στον πρίνο του Κλεάνθη που λέγανε, βλέπω, που λέτε, έναν άνθρωπο σαν παπάς ήτανε, αρχαία κάπως ντυμένος, και μου λέει «ντουρ». Αποχαυρίστηκα, γιατί είπα πως είναι Τούρκος. Μετά μου χαμογέλασε και μου είπε Ελληνικά: «Μη φοβάσαι κοπέλα μου Έλληνας είμαι, ο Ραφαήλ, να σε βοηθήσω!..». Και πιάνει το γουμάρι με το 'να χέρι και το ξαναφέρνει στη θέση του, έτσι σα να κόλλησε το σακί. «Τράβα το δρόμο σου και μη φοβάσαι». Έτσι μου είπε και σε λίγο χάθηκε. Μου φάνηκε έτσι σα μια λάμψη να έφυγε στον ουρανό...
Μετά από καιρό έμαθα ότι το μέρος αυτό το λέγανε «στου Καλόγερου» κι ήτανε, λέει, στοιχειωμένο. Και πολλοί τσοπαναραίοι έχουνε ιδωμένο έναν καλόγερο να περιφέρεται και να λιβανίζει τα χαλάσματα. Μερικοί μάλιστα ακούνε καμπάνες και ψαλμωδίες. Μάλιστα κάποιος παλαιός από τη Θερμή εμολόγαγε ότι τα παλιά χρόνια εκεί το κάνανε πανηγύρι τη Λαμπροτρίτη, αλλά το απαγορέψανε οι Τούρκοι. Αυτοί δεν πλησιάζανε εκεί γιατί εφοβότανε. Μ' όλα αυτά όμως ακόμη και στις ημέρες μας πριν την απελευθέρωση στα 1912 πηγαίνανε, λέει, οι παλαιοί Χριστιανοί τη Λαμπροτρίτη και λιβανίζανε κι ανάβανε κεριά...
(Διήγηση της Χαρίκλειας Καραγεωργίου)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου