Σε μια από τις ωραιότερες περιοχές των ανατολικών ακτών της Λέσβου, βρίσκεται το χωριό Πύργοι Θερμής, σε απόσταση 10 χιλιομέτρων βορειότερα από την πόλη της Μυτιλήνης. Μπροστά στην πανέμορφη αγκαλιά της νησιωτικής αυτής γης, ένας πανέμορφος κόσμος, γεμάτος με σπάνιες χάρες και εικόνες ιδανικές, ξεπροβάλλει μαζί με το φως του ήλιου, ζωγραφίζοντας με τα πιο φανταχτερά χρώματα τον ουρανό και τα σύννεφα, καθώς καθρεφτίζονται στα καταγάλανα νερά της θάλασσας του Αιγαίου. Αγκαλιάζουν στην απεραντοσύνη τους τούτη τη γη, σαν μια αρμονική συμφωνία που αποκαλύπτει τον παραδεισένιο και αγιασμένο τόπο της Θερμής, γαλήνιο, ήρεμο.
σ.α.

Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2011

Ο αληθινός Άγιος Βασίλειος

του Στρατή Ανδριώτη

Ο Άγιος Βασίλειος γεννήθηκε περί το 329 στην Καισαρεία της Καππαδοκίας, από οικογένεια εκκλησιαστική και πλούσια, σε περιβάλλον καλλιεργημένο από τον Ελληνικό πολιτισμό, όπου όλα λειτουργούσαν σε κλίμα Ελληνικό. Οι γονείς του Βασίλειος και Εμμέλεια ενδιαφέρονταν για την άσκηση της αγάπης, την κάθαρση της ψυχής, την ενίσχυση των έργων της Εκκλησίας, την φροντίδα των πτωχών και την φιλοξενία. Είχαν 9 παιδιά στολισμένα με αρετές και πνευματικά χαρίσματα...
Ο Βασίλειος, στα παιδικά του χρόνια ήταν χαριτωμένος, όμορφος, ρωμαλέος, αλλά και ασθενικός. Από την γέννησή του, η Θεία Πρόνοια τον προστάτευε με τρόπους ασυνήθιστους. Ανατράφηκε από μία φτωχή γνωστή τους οικογένεια κοντά στη Νεοκαισάρεια του Πόντου και στα τρυφερά του χρόνια πλουτίζει το πνεύμα του μαζί με την αδελφή του Μακρίνα, κοντά στη γιαγιά τους Μακρίνα που κληροδότησε στα εγγόνια της την εμπειρία της αλήθειας που το Άγιο Πνεύμα της χάρισε. Το θαύμα γινόταν καθημερινά. Ο Βασίλειος έμαθε τα πρώτα του γράμματα κοντά στον πατέρα του, που υπήρξε σχολείο ήθους και αρετής καθώς και σωστό πρότυπο του Αγίου Πνεύματος, ώστε να αντιμετωπίσει σωστά τον άνθρωπο, τον κόσμο, τον Θεό. Σε ηλικία 12 ετών συνεχίζει στην Καισαρεία τις βασικές σπουδές του. Γνωρίζεται με τον συμμαθητή του Γρηγόριο από την Αριανζό, (μετέπειτα Μέγα Θεολόγο και βιογράφο του Αγ. Βασιλείου) και γίνονται επιστήθιοι φίλοι. Ο Βασίλειος ως νέος νοιώθει την θελκτικότητα της παιδείας, γνωρίζει την συγκίνηση του ελληνικού λόγου. Όμως η Χριστιανική αγωγή από την γιαγιά και τον πατέρα του υπερισχύουν αποφασιστικά. Η πρώτη μαθητεία στην πολύπειρη εκείνη γερόντισσα έπλασε οριστικά έναν γνήσιο Χριστιανό, δημιουργώντας έναν τέλειο εκκλησιαστικό άνδρα. Η θεία χάρη δεν θα τον εγκατέλειψε ποτέ. Η σαγηνευτική σοφία του κόσμου, οι λόγοι, η παιδεία, η φιλοσοφία και η σπουδή είχαν αξία όσο συνεργούσαν και υπηρετούσαν το κήρυγμα και την Θεολογία της Εκκλησίας.

Έχοντας την αίσθηση της Αλήθειας, μεταβαίνει στην Αθήνα μαζί με τον Γρηγόριο. Στο πνεύμα δύο νέων 20 ετών, η Αθήνα ήταν το επιστέγασμα των ανωτέρων σπουδών, η τέλεια παιδεία της εποχής. Ξεκαθάρισαν μέσα τους τον σκοπό της ζωής: Φιλοσοφία θα σήμαινε το να ζεί κανείς τη ζωή του Χριστού, να αγωνίζεται για τις Χριστιανικές αρετές που οδηγούν στην ουράνια μακαριότητα. Η ζωή των δύο Καππαδόκων φοιτητών διαφοροποιείται από την ζωή των ειδωλολατρών Αθηναίων. Οι συντροφιές τους μετρημένες. Η όλη ζωή τους ήταν οργανωμένη με κέντρα την Εκκλησία και τα μαθήματά τους. Έγιναν οι δύο αββάδες, δάσκαλοι, πρότυπα. Έπαιρναν συχνά το δρόμο για το Ναό, έβρισκαν εκεί τους ιερείς και ζητούσαν συμβουλές, άκουγαν κατηχήσεις και γνώριζαν τους ολιγάριθμους Αθηναίους Χριστιανούς. Τις Κυριακές πήγαιναν πάντοτε στη Λειτουργία. Η τάξη και η προσοχή τους, παραδειγμάτιζαν. Σχημάτισαν την πρώτη ομάδα Χριστιανών φοιτητών. Κεφαλή της ομάδας έγινε ο Βασίλειος. Δάσκαλος που έθελγε με την ομορφιά και την σίγουρη διάταξη της σκέψεώς του. Αρκετοί νέοι ενώθηκαν γύρω του. Ο Βασίλειος επιδόθηκε με ζήλο στις ευρύτερες σπουδές (φιλοσοφία, γραμματική, ρητορική, αριθμητική, γεωμετρία, αστρονομία, ιατρική.). Απάντηση όμως στα μεγάλα προβλήματα του ανθρώπου και του κόσμου, της ζωής και θανάτου και του Θεού, ζητούσε κυρίως από την Εκκλησία, γιατί εκεί έβρισκε την αληθινή ζωή.
Πέντε χρόνια αργότερα επιστρέφει στην Καππαδοκία. Στο νου του αναδεύτηκαν μνήμες και υποσχέσεις. Οι συμβουλές της Οσίας γερόντισσας Μακρίνας, οι σιωπηλές προτροπές της Αγίας μητέρας του, οι υποσχέσεις με τον φίλο του Γρηγόριο για ασκητικό βίο. Το 357 αρρωσταίνει. Η υγεία του κλονίζεται από τα 28 του χρόνια. Το συκώτι του είχε προσβληθεί σοβαρά. Καταβλήθηκε από αγωνία, αφού κατάλαβε ότι η ζωή του θα ήταν σύντομη! Αποφασίζει να ακολουθήσει το δρόμο του Θεού. Εγκαταλείπει τα έργα του κόσμου. Μόνο ότι είναι Θεός και αλήθεια τον ενδιέφερε. Τον λυπούσε το γεγονός ότι αφιέρωσε πολλά χρόνια στη ματαιότητα του κόσμου. Στρέφεται ολοκληρωτικά στη μελέτη του Ευαγγελίου και των Γραφών, αν και δεν τις αγνοούσε. Ήξερε ότι Εκκλησία είναι όσα πρόσωπα μετέχουν στον Θεό, όσοι άνθρωποι είναι ενωμένοι αυθεντικά με τον Χριστό. Στον Βασίλειο αποκαλύφθηκε το φως το αληθινό, που ζούσε η Εκκλησία 300 τόσα χρόνια. Όμως, έζησε στην πιο πικρή εποχή της Εκκλησίας, που η αίρεση του Αρείου την απειλούσε. Οι αρειόφρονες είχαν επικρατήσει σχεδόν παντού. Εδίωκαν τους Ορθοδόξους. Φωτιά και σφαγές σε όσους ομολογούσαν την πίστη της Συνόδου της Νικαιας (325μ.χ). Στην Ανατολή, παρότι η Καισαρεία δεν είχε διαβρωθεί πολύ, έμεινε όρθιος μόνο ο στύλος της Ορθοδοξίας ο Μέγας Αθανάσιος στην Αλεξάνδρεια, το μέγα και ιερό σκεύος του Θεού.
Ο Βασίλειος στρέφει τα διψασμένα μάτια του στην Ανατολή. Στη Συρία και στην Αίγυπτο, στους μεγάλους ασκητές. Λαχταρούσε να τους δεί και να τους ακούσει. Για να αφοσιωθεί στο μοναχισμό ήθελε να δεί πρώτα τα μεγάλα υποδείγματα. Φθάνει στην Αντιόχεια, στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Εμβαθύνει στα μυστικά της πίστεως. Μέσα του γκρεμίζεται ο φιλόσοφος και χτίζεται μεθοδικά ο ασκητής. Η συγκλονιστική σπουδή της ερήμου κατέγραφε την εγκράτεια στην τροφή, την καρτερικότητα στις κακουχίες, εκπλησσόταν για την διάρκεια της προσευχής, που δεν λύγιζαν στην ανάγκη του ύπνου, αλλά κρατούσαν την ψυχική τους ευφορία χωρίς να επιτρέπουν κάποια φροντίδα για το σώμα και άντεχαν στους διωγμούς. Προορισμός του πριν επιστρέψει στην Καισαρεία, ήταν η Παλαιστίνη και η Συρία, όπου ζούσαν και εκεί περίφημοι ασκητές. Εν συνεχεία, αν και ταλαιπωρείται από τις αρρώστιες και το πολύ κρύο, κανονίζει και απαλλάσσεται από την μεγάλη του περιουσία, το κοσμικό φορτίο, που το μοιράζει στους φτωχούς και φεύγει για να συναντήσει σκορπισμένες ομάδες μοναχών στην περιοχή της Μικρής Αρμενίας, Καππαδοκίας και Πόντου. Επιστρέφει τελικά στο χωριό του τα Άννισα όπου ασκήτευαν η μητέρα του και η αδελφή του Μακρίνα. Αποτραβήχτηκε σ' ένα σπιτάκι και άρχισε το μοναχικό βίο. Αν και δεν ήταν 30 ετών, συνέτασσε κανόνες για την καθημερινή ζωή των μοναχών. Εργαζόταν σκληρά με τη μελέτη των Γραφών, την σπουδή της Παράδοσης και την άσκηση που τον απαλλάσσει από τα πάθη. Ο νους του έμαθε να προσηλώνεται στις θείες αλήθειες. Ώρες ύπνου ελάχιστες. Η καθαρή πολύωρη προσευχή έφεραν γρήγορα την θεία χάρη. Τυλίγεται με φως. Ζει σε άφατη αγαλλίαση, αν και διατηρεί επικοινωνία με τον έξω κόσμο και δέχεται φίλους του, γενόμενος ιδανικός σύμβουλος.
Κατόπιν πήγε στην Κωνσταντινούπολη και στην Ναζιανζό όπου βρήκε τον φίλο του Γρηγόριο. Στον Πόντο, στήνει το ασκητήριό του σ' ένα ήσυχο μέρος, μόνος με τον Θεό. Προσευχή, μελέτη, εργασία, ήταν ο κύκλος της ημέρας. Μελετά ευρύτερα και βαθύτερα τα θέματα που ταλανίζουν την Εκκλησία. Έβλεπε καθαρότερα πως τίθεται το θέμα αμφισβήτησης της Συνόδου της Νικαιας από τους αιρετικούς για τον όρο ομοούσιος και παίρνει για πρώτη φορά υπεύθυνη θέση στην Θεολογική κρίση της Εκκλησίας. Αποδεικνύει την αλήθεια του «ομοούσιου» που καθιέρωσε η Νίκαια. Την ίδια λύση το Άγιο Πνεύμα αποκαλύπτει και στον Μέγα Αθανάσιο. Ταυτόχρονα φθάνει στο ασκητήριο του Βασιλείου και ο φίλος του Γρηγόριος για να συνασκητέψουν μαζί. Ώρες ατέλειωτες μελετούν το λόγο του Θεού, της Αγία Γραφής και των θεόπνευστων Πατέρων. Επεξηγούν, αναλύουν, ζητούν βαθύτερα νοήματα. Η σχέση Υιού και Πατρός, η διάκριση των θείων προσώπων και η ενότητα φύσεώς τους, η θέση του Αγ. Πνεύματος στην Αγία Τριάδα, οι φύσεις του Χριστού, ανάγκασαν τους δύο άνδρες να θεολογούν ακατάπαυστα. Ο Γρηγόριος γίνεται τελικά ιερέας στη Ναζιανζό, για να βοηθήσει το γέρο πατέρα του. Ο Βασίλειος ταξιδεύει στην Καισαρεία όπου ο γέροντας Επίσκοπος Ευσέβιος τον καλεί για να τον έχει βοηθό και σύμβουλο. Τον χειροτονεί ιερέα αν και γρήγορα θα τον μισήσει.
Η Αγία Τράπεζα και η ποιμαντική φροντίδα γίνονται το νέο αγώνισμά του Βασιλείου. Το σαράκι όμως της ειδωλολατρίας θέριζε παντού με αρχηγό τον αυτοκράτορα Ιουλιανό. Ο Βασίλειος πέφτει για ώρες στα γόνατα, προσευχόμενος ενώπιον του Εσταυρωμένου. Καλεί τον Γρηγόριο και συνειδητοποιούν τις εσωτερικές αδυναμίες της Εκκλησίας και τον πόλεμο των αιρετικών. Αποχωρεί στο ασκητήριό του στον Ίρι ποταμό του Πόντου, στο φυσικό του κλίμα όπου έμεινε 2 χρόνια, οργανώνοντας τους μοναχούς, ιδρύοντας ασκητήρια. Τον θεωρούσαν Αββά τους. Ασχολείται με την μόρφωση των Χριστιανών. Εξηγεί στους νέους την ορθή θέση περί ιερής σοφίας και εθνικής. Εξηγεί την ύπαρξη των τριών θείων υποστάσεων του ενός Θεού και φθάνει στον όρο μία ουσία, τρείς υποστάσεις. Από τότε όλοι στηρίζονται σ' αυτή την Θεολογία. Σε ηλικία 34 ετών γίνεται το εκλεκτό σκεύος του Θεού. Όμως οι αρειόφρονες γίνονται κύριοι της κατάστασης με νέο πολέμιο κατά της Ορθοδοξίας τον αυτοκράτορα Ουάλη. Ο Βασίλειος καλείται στην Καισαρεία που κινδυνεύει. Εκεί διαφωτίζει, διδάσκει, αναλύει τις αλήθειες των θείων, φανερώνει την βλασφημία των αρειανών. Το προπύργιο της Ορθοδοξίας, η Καισαρεία μένει Ορθόδοξη. Οι πιστοί αναγνωρίζουν ότι ο Βασίλειος είναι ο εκλεκτός του Θεού. Ήταν το αρχοντόπουλο που μοίρασε την περιουσία του στους φτωχούς, που σπούδασε στις πιο ξακουστές σχολές, έγινε μεγάλος ρήτορας και τώρα ήταν ασκητής μοναχός, γράφοντας περίφημα βιβλία. Ερμηνεύει την «Εξαήμερο», κάνοντας ανάλυση της δημιουργίας του κόσμου, όπως την περιγράφει ο Μωϋσής στην αρχή της «Γενέσεως». Μιλάει για την Αγία Τριάδα και το έργο Της. Δείχνει την ομορφιά του κόσμου και την συμμετρία που οφείλονται στον Θεό. Δείχνει την σχέση μεταξύ κάλους και Θεού, αφήνοντας έκθαμβους τους μορφωμένους από τις γνώσεις του. Προχωρεί στην ερμηνεία των «Ψαλμών» και εργάζεται για την εσωτερική καλλιέργεια των πιστών ώστε να ζουν καθημερινά βάσει του ήθους της Εκκλησίας.
Όμως, ο σατανάς είχε ταραχθεί από την συγκλονιστική παρουσία του Βασιλείου. Τα έτη 367-368 έπληξε την Καππαδοκία μεγάλη πείνα που θέριζε ζωές. Πέφτει στα γόνατα και εκλιπαρεί τον Θεό. Δεν άντεχε να βλέπει τα παιδιά να μαραίνονται και να σβήνουν στην τρυφερή τους ηλικία. Ο λόγος του έγινε ανελέητος βούρδουλας για τους πλούσιους της Καισαρείας. Οι πλούσιοι λύγισαν από τον άνθρωπο που τις καλές του ημέρες τρώει αλατισμένο ψωμί με χόρτα. Στήνει πρόχειρους καταυλισμούς για να δώσει ζωή στα αφανισμένα σώματα, πρώτα των παιδιών, ακόμα και των ειδωλολατρών, των αιρετικών και των Εβραιόπουλων που οι γονείς τους τον μισούσαν. Ζώνεται την ποδιά, διακονεί, κάνει τον γιατρό, θεραπεύει αρρώστους, κάνει ομιλίες για τον πλούτο που συγκλονίζουν, ώσπου εξαντλημένος πέφτει ο ίδιος βαριά άρρωστος. Ακόμα και στο κρεβάτι προσπαθεί. Τον στεναχωρεί και ο θάνατος της μητέρας του που υπεραγαπούσε.
Την εποχή εκείνη ξεσπάει ύπουλος πόλεμος γύρω από τον μητροπολιτικό θρόνο της Καισαρείας μετά τον θάνατο του Ευσέβιου. Ο Βασίλειος είναι υποψήφιος, αν και εκείνοι που είχαν πολιτική δύναμη και λόγο στην Εκκλησία δεν ήταν μαζί του. Η Καισαρεία κινδύνευε να παραδοθεί στους ανίκανους αιρετικούς. Μέτρησε τους φίλους του. Αν και άρρωστος αντιστρέφει το κλίμα και το θαύμα γίνεται. Εκλέγεται Αρχιεπίσκοπος Καισαρείας (370). Το Άγιο Πνεύμα νίκησε, σε μια εποχή που μόνο η Αλεξάνδρεια και η Καισαρεία άντεχαν στην αίρεση του αρειανισμού. Στη μία ο έμπειρος αγωνιστής, ο 75χρονος Αθανάσιος, που λύγιζαν μπροστά του οι εξουσίες και τον φοβόντουσαν οι αυτοκράτορες και στην δεύτερη ο 40χρονος Βασίλειος με δύναμη και φώτιση. Νύχτα και μέρα ασχολιόταν με θέματα της Εκκλησίας αν και οι εχθροί του τον έθλιβαν. Ο αυτοκράτορας στέλνει στην Καισαρεία τον έπαρχό του για να απολογηθεί ο Βασίλειος που ήταν η τελευταία αντίσταση στην περιοχή. Ήταν καταπέλτης, δεν φοβήθηκε τις απειλές για εξορίες, βασανιστήρια και θάνατο. Έρχεται ο ίδιος ο αυτοκάτορας Ουάλης, μπαίνει στον μητροπολιτικό ναό και εντυπωσιάζεται, από το προσευχόμενο πλήθος και την τάξη. Μετά την Θ. Λειτουργία οι δύο άνδρες συναντώνται, συζητούν και ο Ουάλης αλλάζει στάση. Οι διωγμοί λιγόστεψαν. Όμως οι λασπεροί αρειόφρονες καταφέρνουν τον αυτοκράτορα να εξορίσει τον Βασίλειο. Έλειπε μόνο η έγκριση του Θεού. Τότε ο μικρός γιός του αυτοκράτορα πέφτει άρρωστος, οι γιατροί δεν μπορούν να τον βοηθήσουν. Καλούν τον Βασίλειο, που καταφθάνει αμέσως και συμβουλεύει να βαφτισθεί το παιδί που έτσι γίνεται καλύτερα. Ο αυτοκράτορας παρασυρμένος κάνει το θέλημα των αρειανών και το παιδί πεθαίνει μόλις το βαφτίζει ιερέας αρειανός. Και ενώ ο έπαρχος του Ουάλη που ήταν βαριά άρρωστος, θεραπεύεται με την προσευχή του Βασιλείου, πείθεται εκ νέου ο αυτοκράτορας να βγάλει διάταγμα εξορίας για τον Άγιο, όμως βλέπει τρείς φορές να σπάζει ο κάλαμος που θα έβαζε την υπογραφή του. Ήταν φανερό ότι τον Βασίλειο τον προστάτευε ο Θεός. Η δοκιμασία τελείωσε, οι Ορθόδοξοι ανέπνευσαν και αρχίζει νέα περίοδος στο δημιουργικό έργο του Βασιλείου. Αγωνίζεται για την συνεργασία με όλους τους Επισκόπους, την κατήχηση του λαού που δεν ήξεραν τι πίστευαν και μόνο επιφανειακά γνώριζαν την αλήθεια. Ξεκινά ένα μεγάλο έργο. Την κατασκευή μιας όμορφης πολιτείας της ελπίδας που την ονόμασαν «Βασιλειάδα». Αγωνίζεται για την αλήθεια όσο κι αν υπέφερε. Στη συνέχεια αρρωσταίνει βαριά για αρκετούς μήνες. Συνήλθε και ρίχνεται ξανά στον αγώνα, με τους εχθρούς του να τον συκοφαντούν. Κανείς όμως δεν τολμούσε να παρουσιασθεί και να συγκριθεί μαζί του. Θεολογεί ότι ο Θεός είναι δυνατόν να γνωριστεί από τις θείες ενέργειές Του. Διδάσκει την αλήθεια για την Ενανθρώπηση του Χριστού, καθώς και την αξία του μαρτυρίου και την άλλη ζωή. Παροτρύνει τους Καππαδόκες όταν ξεσπούν φοβεροί διωγμοί και σχίσματα ενάντια στους Ορθοδόξους, με εξορίες, αρπαγές και καταστροφές.
Όμως κάθε φορά που ερχόταν ο χειμώνας, ο άσπονδος εχθρός του, η παγωνιά, νάρκωνε την δύναμή του. Κλεινόταν στο κελί του υποφέροντας από την αρρώστια του. Αναστέναζε και καλούσε τον Θεό σε βοήθεια του ανθρώπου. Δεν μπορούσε να σηκωθεί από το ξυλοκρέβατο. Γινόταν ωχρός και ακίνητος. Ο θάνατος πλησίαζε. Η είδηση αυτή τρύπωσε στις πόλεις, στα χωριά, στις μητροπόλεις. Έκαναν παρακλήσεις και προσευχές να του δώσει ο Θεός και άλλη ζωή. Τώρα καταλάβαιναν ποιος ήταν ο Βασίλειος. Ο Άγιος ακολουθούσε σιωπηρά τη Θεία Βουλή. Είχε μπει στον όμορφο δρόμο της μακαριότητας και προγευόταν άρρητες χαρές. Ο Βασίλειος δεν θα ξαναγύριζε στον κόσμο. Λίγο πριν εκπνεύσει, όλη η πόλη της Καισαρείας είχε συναχθεί έξω από το Επισκοπείο. ΄Έδωσε τις τελευταίες ευχές του, λέγοντας τον ύστερο λόγο του: «Εις χείρας σου παραθήσομαι το πνεύμα μου» και με απερίγραπτη γλυκύτητα άφησε την τελευταία πνοή του. Το πλήθος ξέσπασε σε θρήνους. Γνωστοί και άγνωστοι έκλαιγαν τη φυγή του πραγματικά ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Δεν υπήρχε ούτε ένας που να μην κλαίει την κοίμηση του Αγίου. Την 1η Ιανουαρίου του 379, μία ατέλειωτη πομπή ξεκινάει από τον μητροπολιτικό ναό της Καισαρείας, για την ταφή του Αγίου λειψάνου. Ο Άγιος θα μετέβαινε στην μόνιμη πατρίδα, για να προστεθεί στην χορεία των Αγίων του Θεού.
Βιβλιογραφία: «Η ζωή ενός Μεγάλου. Βασίλειος Καισαρείας», Στυλ. Παπαδόπουλου (εκδ. Αποστ. Διακονία)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου