Σε μια από τις ωραιότερες περιοχές των ανατολικών ακτών της Λέσβου, βρίσκεται το χωριό Πύργοι Θερμής, σε απόσταση 10 χιλιομέτρων βορειότερα από την πόλη της Μυτιλήνης. Μπροστά στην πανέμορφη αγκαλιά της νησιωτικής αυτής γης, ένας πανέμορφος κόσμος, γεμάτος με σπάνιες χάρες και εικόνες ιδανικές, ξεπροβάλλει μαζί με το φως του ήλιου, ζωγραφίζοντας με τα πιο φανταχτερά χρώματα τον ουρανό και τα σύννεφα, καθώς καθρεφτίζονται στα καταγάλανα νερά της θάλασσας του Αιγαίου. Αγκαλιάζουν στην απεραντοσύνη τους τούτη τη γη, σαν μια αρμονική συμφωνία που αποκαλύπτει τον παραδεισένιο και αγιασμένο τόπο της Θερμής, γαλήνιο, ήρεμο.
σ.α.

Παρασκευή, 15 Μαΐου 2009

Ένας μοναδικός άνθρωπος

Κάθε άνοιξη, μόλις ξανοίξουν οι καιροί, ο κυρ–Παναγιώτης εγκαταλείπει άρον–άρον την εξαλλοσύνη της Αθήνας καί το ΚΑΠΗ Καισαριανής, όπου υπηρετεί επί σειρά ετών καί έρχεται μαζί με τα χελιδόνια στη γενέτειρά του, στους Πύργους Θερμής της Λέσβου, για να μείνει ως τις αρχές του φθινοπώρου...
Δείχνει τον λόφο πάνω απ’ τους Πύργους, που είναι ο οικισμός των Σιβιανών: «Εκεί γεννήθηκα, την ημέρα των Τριών Ιεραρχών το 1916. Είμαι από ’κεί που ήταν και ο κούκος απ’ τα Σιβιανά», λέει γελώντας. Απ’ τους πρώτους κάθε Κυριακή στην Παναγία Τρουλωτή, θυμάται: «Εδώ βαφτίσθηκα στις 22 Μαρτίου του 1916… εκεί κάτω απ’ το Ιερό έθαψαν την μητέρα μου 32 ετών» αφηγείται με βουρκωμένο παράπονο... Ύστερα, κοιτάζει με την χαρακτηριστική καί συμπαθέστατη έκφρασή του έξω από το ναό, δίπλα στον πύργο του Αλαμανέλλη: «Εδώ ήταν ένα πυργέλι. Αυτό ήταν το σχολειό μας… Μία μέρα πήγε ένας γάϊδαρος στο σπίτι μας καί έφαγε το μισό βιβλίο μου, που ήταν λίγο λαδωμένο. Την άλλη μέρα η δασκάλα μου η Κυρία Μυρσίνη, μόλις το είδε με ρώτησε, πως είναι έτσι το βιβλίο σου; Καί ’γω της απήντησα: Κυρία το ’φαγε ο γάϊδαρος…». Ο συμπαθής κυρ–Παναγιώτης ξεκαρδίζεται να γελά...
Στα 95 χρόνια του, όλος ζωή, ακμαίος, χαριτωμένος, αξιοπρεπής, ευγενικός, ειλικρινής, πάντα γελαστός, με πηγαίο χιούμορ, αλλά καί σοβαρός, συνάμα καί σπουδαίος όταν ομιλεί για σημαντικά ζητήματα, με καλούς λογισμούς, προικισμένος με σπάνια χαρίσματα που χαρακτηρίζουν την ενάρετη ζωή του. Σταυροκοπιέται καί δικαιολογείται χαριτολογώντας: «Ήρθα καί φέτος γιατί δεν ξέρω αν θα μπορώ να ’ρθω καί του χρόνου. έρχομαι γιατί θέλω να βλέπω καλούς ανθρώπους» καί συνεχίζει: «Όλο τον κόσμο κι αν γυρίσεις, τον τόπο που γεννήθηκες δεν θα τον ξεχάσεις ποτέ. Δεν λησμονιούνται τα μέρη που περπάτησες, έπαιξες, έπεσες καί μεγάλωσες…».
Τα πρωϊνά κατεβαίνει στην παραλία, στο «Κανόνι», γιατί του κάνει καλό να μπαίνει ως τα γόνατα στη θάλασσα καί συλλογιζόμενος τα του κόσμου περπατά με βοηθό το μπαστούνι του κατά μήκος της ακρογιαλιάς. Κάποιος λουόμενος τον ρωτάει αν έχασε κάτι για να τον βοηθήσει. Ετοιμόλογος εκείνος, απαντά χαμογελώντας: «Ναι, ψάχνω να βρώ που πήγαν τα 95 χρόνια μου που πέρασαν…». Ύστερα, ανεβαίνει στους καφενέδες του χωριού καί ανταμώνει τους πολλούς καί αγαπημένους φίλους του, τους κάθε ηλικίας ανθρώπους που συναναστρέφεται με άνεση καί αγάπη πολλή, που μαζί τους συνομιλεί, αστειεύεται, χαίρεται, απολαμβάνει, διδάσκει, ηθικολογεί.
Του αρέσουν οι περίπατοι. Επισκέπτεται γνωστούς ανθρώπους. Πρώτα τους Σταυρώνει. Όλες οι πόρτες είναι ανοιχτές καί εκείνος με ανοιχτή την καρδιά του, μοιράζει δωράκια σε μικρούς καί μεγάλους. «Δεν έχει καμία αξία το φτωχό αυτό δώρο, αλλά δεχτείτε το ως ένδειξη της εκτίμησης καί της υποχρέωσής μου…». Σ’ έναν φίλο του, χάρισε ένα φαναράκι: «Για να σε φωτίζει όταν ψάχνεις να βρείς ανθρώπους, όπως έκανε μέρα μεσημέρι ο Διογένης…».
Όταν συζητάει, διακρίνεται ο πλούτος του ψυχικού του κόσμου, η εμπειρία της ζωής, ο ακριβέστατος ειρμός των σκέψεών του καθώς καί οι γνώσεις, η σωστή γνώμη του, οι ευαισθησίες, η αγάπη του για τον άνθρωπο, την κοινωνία, αλλά καί η βαθιά πίστη του στον Θεό, που την δείχνει έμπρακτα με το βίωμά του. Μιλάει για όλους, χωρίς ποτέ να κατηγορεί ή να κατακρίνει κανέναν. Τους σκέφτεται όλους, δίνοντας συμβουλές γεμάτες νόημα. Ποτέ δεν ψεύδεται ούτε μιλάει άσκοπα ή επιφανειακά. Προβληματίζεται για τους νέους που παρασύρονται από τους πειρασμούς της εποχής καί καταφεύγουν σε καταχρήσεις που βλάπτουν τη ζωή τους. Επαινεί τους εργατικούς, έντιμους, ηθικούς καί θεοσεβούμενους ανθρώπους. Είναι ενήμερος για τα προβλήματα του κόσμου καί ανησυχεί για τους ανθρώπους που δυστυχούν, αδικούνται, καταπιέζονται, πονούν καί θλίβονται. Αισθάνεται άσχημα γι’ αυτούς που εν’ ονόματι κάποιας εξουσίας, ή ακόμα καί κάποιου δικού τους θεού, εκμεταλλεύονται καί καταχράζονται πολλές φορές καί τα πιο ευτελή δικαιώματα των αδυνάτων συνανθρώπων τους. Παρ’ όλα αυτά δεν θυμώνει ποτέ, δεν υβρίζει, ούτε κακιώνει.
Σ’ έναν κόσμο που υπάρχει έλλειμμα ανθρωπιάς, ο κυρ – Παναγιώτης παραμένει αληθινός, απλοϊκός στη ζωή του, με ταπεινό φρόνημα καί διάκριση, λιτός ακόμα καί στη διατροφή του, που όλα αυτά τον κάνουν αγαπητό στον κόσμο, δίνοντας έτσι μαθήματα αξιοπρέπειας καί ευσυνειδησίας στους δήθεν διανοούμενους καί (παρα)μορφωμένους χωρίς ήθος καί παιδεία «ανθρωπίσκους» της εποχής μας.
Συχνά, εκμυστηρεύεται το μυστικό της ζωής του. Το αποδίδει σ’ Εκείνον που τον γεμίζει χαρά, υγεία, αισιοδοξία, ελπίδα καί αγάπη καί Του ανταποδίδει τις ευχαριστίες του με μια δοξασία: «Δόξα τῶ Θεῶ»!
- Να σε χαιρόμαστε καί να σε θυμόμαστε κυρ – Παναγιώτη.
Στρατής Ανδριώτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου