Σε μια από τις ωραιότερες περιοχές των ανατολικών ακτών της Λέσβου, βρίσκεται το χωριό Πύργοι Θερμής, σε απόσταση 10 χιλιομέτρων βορειότερα από την πόλη της Μυτιλήνης. Μπροστά στην πανέμορφη αγκαλιά της νησιωτικής αυτής γης, ένας πανέμορφος κόσμος, γεμάτος με σπάνιες χάρες και εικόνες ιδανικές, ξεπροβάλλει μαζί με το φως του ήλιου, ζωγραφίζοντας με τα πιο φανταχτερά χρώματα τον ουρανό και τα σύννεφα, καθώς καθρεφτίζονται στα καταγάλανα νερά της θάλασσας του Αιγαίου. Αγκαλιάζουν στην απεραντοσύνη τους τούτη τη γη, σαν μια αρμονική συμφωνία που αποκαλύπτει τον παραδεισένιο και αγιασμένο τόπο της Θερμής, γαλήνιο, ήρεμο.
σ.α.

Πέμπτη, 14 Μαΐου 2009

Οι άνθρωποί μας


Ο ξεριζωμός του Μικρασιατικού Ελληνισμού απ’ τις πανάρχαιες εστίες του, είναι δείγμα ενός ακόμη Σταυρωμού της Χριστιανοσύνης, που ξεκλήρισε έναν ολόκληρο λαό. Το μικρό χωριό των Πύργων-Θερμής της Λέσβου, όπου γεννήθηκα, πήρε ζωή από τους διωγμένους Αϊβαλιώτες πρόσφυγες, όταν τους έριξε εδώ η άδικη συμφορά της Μικρασιατικής καταστροφής του 1922...
Απογοητευμένοι, δυστυχισμένοι και ταλαιπωρημένοι, σε σημείο που σπάνιες περιπτώσεις βιωμάτων ανθρωπίνου πόνου και κακουχιών έχουν να επιδείξουν τέτοιου είδους δοκιμασίες, οι άνθρωποι αυτοί έμειναν σε τούτο τον τόπο, έχοντας εμπιστοσύνη στο θέλημα του Θεού. Αυτό και μόνο τους ζωογονούσε. Εδώ, οι φτωχοί πρόσφυγες, με κόπο συγκέντρωσαν ότι απέμεινε μέσα στα συντρίμμια της ψυχής τους και ξεκίνησαν μια καινούρια ζωή. Κουράγιο τους έδινε η ελπίδα ότι κάποτε θα ξαναγυρίσουν στα σπίτια τους, που τ’ άφησαν σε ξένους κατακτητές. Βλέποντας τα χρόνια να περνούν, ακόμα και το να αγναντεύουν την πολιτεία τους, που δεν μπορούσαν να την λησμονήσουν, ήταν μια μεγάλη παρηγοριά για την αδικία που είχαν υποστεί. Να χάσουν τα σπίτια τους και τα μέρη που αγάπησαν όσο τίποτα άλλο.

Τούτοι οι άνθρωποι καταγόντουσαν από το Αϊβαλί της Μικράς Ασίας που επί τουρκοκρατίας ήταν μοναδικό παράδειγμα μεγάλης καί αμιγούς Ελληνικής κοινότητας με 25-30.000 κατοίκους, Το Αϊβαλί, με τα μικρά και μεγάλα ερημονήσια που απλώνονταν γύρω-γύρω, καθώς και τον μεγάλο κόρφο σαν λίμνη που μέσα ήταν φωλιασμένο το μέρος που ζούσαν, τη θάλασσα που υπήρχε απ’ έξω και που αντίκρυ της δέσποζε το μεγάλο νησί της Μυτιλήνης, που έμοιαζε σα να ξεκόλλησε από την στεριά του Αϊβαλιού και η θάλασσα χώρισε τα δυο αυτά αγαπημένα αδέλφια.
Αν καί υποδουλωμένη στους Τούρκους, η πολιτεία αυτή παρέμενε ολοκληρωτικά Ελληνική καί απολάμβανε πολλά προνόμια από τον σουλτάνο εξαιτίας ενός παπά-Γιάννη Οικονόμου, που είχε βοηθήσει κάποτε τον μετέπειτα συμβουλάτορα του σουλτάνου. Από τότε, οι τούρκοι θέλοντας και μη σέβονταν τη συμφωνία. Ακόμη κι ο ίδιος ο σουλτάνος είχε υποκύψει στην απαράμιλλη τόλμη τους. Και τους είχε παραχωρήσει δυο εξευτελιστικά για τους τούρκους προνόμια: Το προνόμιο να μην κτιστεί ούτε ένα τζαμί και να μη μπει ποτέ τούρκος έφιππος στην περήφανη πόλη.
Οι άνθρωποι αυτοί, γνώριζαν το χρέος που είχαν έναντι της κληρονομιάς των πατέρων και των μητέρων του Γένους τους. Εκτιμούσαν το γεγονός ότι καταγόντουσαν από ανθρώπους πονεμένους που έζησαν τους προηγούμενους αιώνες μέσα στην τουρκοκρατούμενη ρωμηοσύνη και διαφύλαξαν τα ιερά και τα όσια των οικογενειών τους, διατηρώντας χωρίς να προδώσουν την πίστη και την πατρίδα τους, τα μεγάλα αυτά ιδανικά, που άλλοι απεμπόλησαν με αντάλλαγμα πρόσκαιρες χαρές, οι οποίες έκαναν πολλούς να τουρκέψουν. Ζούσαν περιμένοντας την ευλογημένη εκείνη ημέρα, που δεν θα τους πλάκωνε πια η φοβέρα και η σκλαβιά, αλλά θα ήταν πραγματικά ελεύθεροι. Ζούσαν απλοϊκά. Καλοπερνούσαν και με τα λίγα πράγματα τα οποία τους έκαναν ευτυχισμένους, αν και στην ευλογημένη Ανατολή που ζούσαν δεν είχαν τίποτα να στερηθούν. Τίποτα δεν έλειπε απ’ αυτούς τους σκλαβωμένους ανθρώπους που ζούσαν ειρηνικά. Στη ζωή τους δέσποζε η παλιά αρχοντιά των ανθρώπων, που η νοικοκυροσύνη των γυναικών και η πραγματική λεβεντιά των παλικαριών, τους έδινε μια γνήσια τιμιότητα και μια αξιοπρόσεκτη ειλικρίνεια.
Αυτοί οι άνθρωποι όμως, εκδιώχθηκαν απ’ τα σπίτια τους. Επειδή ήταν καί αυτοί Έλληνες καί είχαν αντέξει στις μεθοδευμένες αλλαξοπιστήσεις που εφάρμοζαν οι Τούρκοι, που όταν είδαν ότι η Ελλάδα ελευθέρωνε από το 1821 τα εδάφη της καί ότι οι Χριστιανοί θα υπερείχαν καί θα τους έθεταν στο περιθώριο, μηχανεύθηκαν μεθόδους εκτουρκισμού ή εξολοθρεμού, με την μαζική εξαφάνιση των μη Τούρκων, με δολοφονίες, φυλακίσεις καί διωγμούς αμάχων ανθρώπων. Το 1914 αρχίζουν τον πρώτο μεγάλο διωγμό, εξολοθρεύοντας 400.000 Ελλήνων , ενώ χιλιάδες οικογένειες εκδιώχθηκαν από τα σπίτια τους καί σκορπίστηκαν πρόσφυγες, εφαρμόζοντας τις αποφάσεις των νεότουρκων που υλοποιούσαν Γερμανικής επινόησης σχέδια αφανισμού καί εκδίωξης των Ελλήνων.
Οι Αϊβαλιώτες, όσοι δεν αιχμαλωτίσθηκαν, έπαιρναν τον δρόμο της προσφυγιάς, κατά προτίμηση στο αντικρινό νησί της Μυτιλήνης. Ο άδικος διωγμός είχε αλλάξει βίαια όλη την ζωή τους. Κοιτώντας στο βάθος προς το βορά, έψαχναν με τη φαντασία τους να βρουν το Αϊβαλί τους. Η θάλασσα γινόταν ένα μεγάλο μονοπάτι που περιδιάβαιναν οι σκέψεις τους μέχρι ν’ ανταμώσουν με τον τόπο τους τον αγαπημένο και με ότι είχε γίνει ένα με το αίμα στις φλέβες τους. Ο διωγμός, τους είχε γεμίσει στενοχώρια και πίκρα. Ένα πλήγμα στην καρδιά τους που μερόνυχτα ολόκληρα τους βασάνιζε αφόρητα.
Το 1917 τα σύνορα άνοιξαν. Το Αϊβαλί ήταν πάλι «ελεύθερο», αλλά υπόδουλο στους τούρκους. Οι Αϊβαλιώτες, χαρούμενοι πήραν τον δρόμο της επιστροφής. Οι εξόριστοι αυτοί άνθρωποι επέστρεφαν στην πολιτεία τους μετά την ανακωχή. Ξαναγύριζαν στα σπίτια τους, στις Εκκλησίες και στις όμορφες γειτονιές τους, που είχαν μείνει έρημες για τρία χρόνια. Συναντούν τα αγαπημένα πρόσωπα, που δεν ξέρανε που βρισκόταν στο διάστημα του διωγμού, αφού είχαν διασκορπιστεί «κακῆν κακῶς». Σιγά-σιγά, όλα άρχισαν να παίρνουν την πρώτινη ομορφιά τους και να βρίσκουν το ρυθμό τους. Στην αγορά, στο τσαρσί, τα μαγαζιά άνοιξαν πάλι. Οι καφενέδες γέμισαν κόσμο, όπως παλιά. Στους μαχαλάδες ξεχύνονταν παιδιά που παίζανε. Το Αϊβαλί ξαναζούσε!
Οι Έλληνες οραματιζόντουσαν να ελευθερώσουν ύστερα από αιώνες την σκλαβωμένη πατρίδα τους από τους τούρκους. Οι «συμμαχικές δυνάμεις» εκμεταλλευόμενοι αυτόν τον πόθο των Ελλήνων, έσπρωξαν τον Ελληνικό στρατό να εκστρατεύσει στην Μικρά Ασία με πρόσχημα «να ασφαλίσει την τάξη…», ενώ στην πραγματικότητα, οι Άγγλοι κυρίως, δεν ήθελαν να χρησιμοποιήσουν και να φθείρουν το δικό τους στρατό για να διασφαλίσουν τα συμφέροντά τους.
Το 1919 αρχίζει η Μικρασιατική εκστρατεία. Η μεγάλη ημέρα είχε σημάνει και για τ’ Αϊβαλί. Όλοι ήταν χαρούμενοι βλέποντας τον Ελληνικό στρατό να προελαύνει μέσα από την πολιτεία τους. Τώρα το σύνθημα ήταν ένα: «Εμπρός προς Ανατολάς». Ο Ελληνικός στρατός προελαύνει, χωρίς να χάσει ούτε μία μάχη. «Ήταν το φαινόμενο της εποχής ο στρατός μας». Ο Κεμάλ βλέποντας τον τουρκικό στρατό να αποδεκατίζεται αναφωνεί: «Αν ηττηθούμε, Έλληνες θα μας έχουν νικήσει».
Όμως, οι εκλογές (1920), ο κομματισμός καί οι αλλαγές των εμπειροπόλεμων αρχηγών καί αξιωματικών του στρατού, καθώς καί τα ύπουλα συμφέροντα των δήθεν συμμάχων, η εξάντληση του στρατού, φέρνουν την αποχώρηση του Ελληνικού στρατού από όλο το μέτωπο, χωρίς να έχει ηττηθεί. Οπισθοχωρούν μαχόμενοι, καταδιωκόμενοι από τους Τούρκους που χωρίς να έχουν κάνει ούτε καν μία νίκη μετά από τόσες μάχες, βγαίνουν τώρα νικητές στον πόλεμο…
Η ανησυχία είχε σκεπάσει καί την πολιτεία του Αϊβαλιού. Μαθεύτηκε ότι είχε σπάσει το μέτωπο. Οι στρατιώτες που φθάνουν στο Αϊβαλί προτρέπουν τους Αϊβαλιώτες να πάρουν τις οικογένειές τους και να περάσουν το ταχύτερο στη Λέσβο, γιατί οι τούρκοι δε λυπούνται κανέναν, «οὑδέ νηπίων ζωῆς». Πολλοί Αϊβαλιώτες αρχίζουν να διαφεύγουν περίλυποι, παρά τις αντίθετες και αυστηρές διαταγές της δημογεροντίας της πολιτείας. Ο δρόμος της προσφυγιάς ήταν αναπόφευκτος. Οι συζητήσεις και η ανησυχία που επικρατεί φέρνουν αναστάτωση και απόγνωση. Αποφασίζουν να διαφύγουν στις ακτές του νησιού της Μυτιλήνης, παίρνοντας μαζί τους ότι πιο πρόχειρο έβρισκαν μπροστά τους εκείνες τις ώρες. Ξανά η ίδια δοκιμασία, όπως το 1914. Η εκκένωση της Μικράς Ασίας είχε αρχίσει. Καραβάνια από ταλαίπωρους ανθρώπους καταφθάνουν στα παράλια και επιβιβάζονται σε ότι έβρισκαν για να γλιτώσουν από την μανία και την λύσσα των τούρκων.
Προσεγγίζοντας την παραλία των Μιστεγνών, αντίκρισαν την Εκκλησία του Σωτήρος Χριστού που είναι δίπλα στη θάλασσα, στη σκάλα των Μιστεγνών της Λέσβου. Εκεί προσάραξαν και βγήκαν ταλαιπωρημένοι για να ξαποστάσουν. Στην άμμο μέσα έκρυψαν μέχρι να τακτοποιηθούν, ότι είχαν πάρει μαζί τους. Όταν συνήλθαν λίγο, πήραν το δρόμο για την Θερμή, όπου δεχόταν πλήθος προσφύγων κυρίως από το Αϊβαλί, τα Μοσχονήσια, τη Σμύρνη καθώς και άλλων Μικρασιατικών περιοχών. Η κατάσταση των ανθρώπων αυτών ήταν οικτρή και αξιολύπητη, που γινόταν ακόμα πιο δεινή από την άρνηση των ντόπιων να βοηθήσουν και να περιθάλψουν τους πρόσφυγες και να τους ανακουφίσουν. Η φτώχεια και η μιζέρια που χαρακτήριζε πολλούς απ’ τους κατοίκους της περιοχής, τους έκανε να βλέπουν τους νεοφερμένους ως απειλή και ως παράγοντες περαιτέρω επιδείνωσης της κατάστασής τους. Οι σχέσεις προσφύγων και ντόπιων ήταν τεταμένες, χωρίς βέβαια να λείπουν και εκείνοι που συμπόνεσαν και βοήθησαν τους πρόσφυγες. Τελικά με την επέμβαση της αστυνομίας επιτάχθηκαν σπίτια που ήταν άδεια, ώστε να στεγαστούν οι πονεμένοι πρόσφυγες που παρέμεναν στο σχολείο αλλά και στις Εκκλησίες των Πύργων και της Θερμής. Κυριολεκτικά στοιβαγμένοι, οι πρόσφυγες αναγκάστηκαν να μείνουν πολλές φορές τρεις-τέσσερις ή και περισσότερες οικογένειες σ’ ένα σπίτι. Ζούσαν στεναχωρημένοι κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες και ο πόνος τους μεγάλωνε ακόμα περισσότερο όταν ο νους τους περιπλανιόταν στην πατρίδα και στους ανθρώπους τους που άφησαν πίσω τους. Τους 4000 έφθαναν οι συλληφθέντες Αϊβαλιώτες ηλικίας 18-45 ετών που εκτός 23 οι άλλοι υπέστησαν μαρτυρικό θάνατο καί σε 6000 οι θανατωθέντες Μοσχονήσιοι.
Στους Πύργους Θερμής της Λέσβου, οι πρόσφυγες τακτοποιήθηκαν πρόχειρα όπου έβρισκαν, σε παλαιούς πύργους ή ακόμα καί σε ντάμια. Τα πρώτα χρόνια ήταν δύσκολα. Ο πόνος της προσφυγιάς αβάσταχτος. Γυναίκες χήρες με μικρά παιδιά, άρρωστοι ηλικιωμένοι, ταλαιπωρημένοι άνδρες, περνούσαν δύσκολες στιγμές. Μέσα στην εξαθλίωση που ζούσαν, εκεί δίπλα στο εξωκλήσι του Αγίου Παντελεήμονα ήταν ένας πύργος (Τακτικού). Μερικές οικογένειες προσφύγων ζούσαν όπου έβρισκαν μέσα στο ελαιόκτημα γύρω από τον Άγιο Παντελεήμονα. Κάποια γυναίκα οραματίσθηκε μια νεαρή κοπέλα ντυμένη με ένα γαλάζιο φόρεμα, η οποία σα να πετούσε από το Αϊβαλί και σαν άγγελος κατέβηκε στην αυλή αυτού του πύργου, λέγοντας στη γυναίκα που οραματιζόταν ότι «όπως εγώ σας φύλαγα στο Αϊβαλί, έτσι θα σας φυλάγω και εδώ».
Στον πύργο αυτό, διέμενε μια γυναίκα ονόματι Μαριγώ καί κάποια ημέρα ατενίζοντας προς τη θάλασσα από το παράθυρο του πύργου, είδε να έρχεται μέσα από τη θάλασσα μια μαυροφορούσα γυναίκα κρατώντας μια εικόνα στα χέρια της. Η γυναίκα αυτή βγήκε στη στεριά και κατευθύνθηκε προς τον πύργο με τρόπο θαυμαστό και τη στιγμή που χανόταν από τα μάτια της Μαριγώς, που παρακολουθούσε έκθαμβη την οπτασία, εναπόθεσε την εικόνα στη ρίζα ενός δέντρου συκαμιάς, που υπήρχε στην αυλή του πύργου. Το 1928, στο σημείο αυτό χτίστηκε από Αϊβαλιώτες πρόσφυγες το εξωκλήσι της Παναγίας Φανερωμένης, όπου στο εσωτερικό του βρέθηκε αγίασμα, εις ανάμνηση του μεγάλου προσκυνήματος του Αϊβαλιού.
Στους δύσκολους καιρούς της προσφυγιάς, οι ταλαιπωρημένοι αυτοί άνθρωποι προσπαθούσαν να επιβιώσουν κάνοντας ότι ήταν ανθρωπίνως δυνατόν, κυρίως γιατί είχαν παιδιά και δεν ήθελαν να τ’ αφήσουν να δυστυχούν. Οι ταπεινωμένοι πρόσφυγες, αναζητούσαν καθημερινά τρόπους ώστε να ξεφύγουν απ’ τη μιζέρια της προσφυγιάς και να καλυτερεύσουν τη ζωή τους. Είχαν μάθει απ’ το Αϊβαλί να ζουν ανθρώπινα και να προοδεύουν, δεν άντεχαν την δυστυχία. Όλα όμως γύρω τους ήταν αβέβαια καθώς κυλούσαν τα χρόνια, ώσπου ήρθε η βοήθεια από το κράτος, έστω και καθυστερημένα. Αποφασίσθηκε να μοιρασθούν στις προσφυγικές οικογένειες στη Λέσβο, ανάλογα με τα μέλη, από ένα ελαιοχώραφο. Κάποιοι είχαν φέρει απ’ το Αϊβαλί καΐκια, τράτες καί ψάρευαν βγάζοντας τα προς το ζείν, μοιράζοντας ψάρια καί στον ταλαιπωρημένο κόσμο. Άλλοι δούλευαν ξενοράβοντας, πλένοντας ρούχα, πηγαίνοντας στις ελιές ή ακόμα καί ζητιανεύοντας.
Το 1932, η Ελληνική κυβέρνηση μοίρασε στους πρόσφυγες με κλήρο, είκοσι κατοικίες δυο δωματίων στους Πύργους Θερμής που αποτελούσαν ένα συνοικισμό. Σε κάθε οικόπεδο 220 τετραγωνικών μέτρων υπήρχαν δύο δωμάτια καί εξωτερικά ένα καμπινέ. Από την πλευρά του κεντρικού δρόμου ήταν τα σπίτια του Ευάγγελου Βυζιρέλλη δίπλα με του αδελφού του Χρήστου, που δούλευαν ως παραγατζήδες. Το σπίτι του Παναγή Ψαρρού δίπλα με της Σταθέλαινας καί παραδίπλα της χήρας Μαριάνθης Μπακλά συνίρι με του Γιώργου Γιανακουδάκη. Πιο πέρα του Κάργα καί της Ολυμπιάδας δίπλα με το σπίτι του Νικολή καί του Καθαρού απ’ τον Τσεσμέ. Στην από κάτω σειρά των σπιτιών ήταν του Μόσχου Γύλαρη πλάϊ με του Πινάκη, τα αδέλφια οι Κατσαροί από τα Μοσχονησια, Γιάννης καί Κώστας που ήταν θαλασσινοί είχαν τα δύο επόμενα σπίτια, οι Σπανοί συνόρευαν με του Αντώνη Κατσαβή, ο Παναγής το Παταρόνι γειτόνευε με τον καπετάν Δημητρό αλεπού. Από ’κεί μία άλλη σειρά σπιτιών ξεκινούσε προς τα Ανατολικά. Της Μελέναινας, του Βαξεβάνη, του Λαμπρινού του Μπαρμπούνα καί του Στρατή Ψαρρού. Εγκάρσια συνέδεε όλα τα σπίτια ένας σταυροειδής δρόμος που κατέληγε σ’ ένα αλάνι. Στα καινούρια αυτά σπίτια ζούσαν τώρα καλύτερα. Οι συνθήκες ήταν πιο ανθρώπινες, αλλά η διαβίωση καθώς η ζωή κυλούσε ήταν δύσκολη όσο περνούσαν τα χρόνια. Η Εκκλησία, όλον αυτό τον καιρό ήταν για όλους η παρηγοριά, η ελπίδα και η σωτηρία. Στα πρόσωπα του Χριστού, της Παναγίας και των Αγίων οι πονεμένοι αυτοί άνθρωποι, έβλεπαν την λύτρωση και την Ανάσταση. Μέσα στις δυσκολίες που περνούσαν, ερχόταν και οι ευχάριστες στιγμές. Γρατζουνώντας ένα μπουζούκι έπαιζαν διάφορους σκοπούς της εποχής. Μαζευόντουσαν τα παιδιά της γειτονιάς κάνοντας γλέντια με τραγούδια και χορούς.
Όμως, ενώ δεν είχαν συνέλθει από τους διωγμούς, ξεκινάει ένας νέος κύκλος δοκιμασιών για τους ανθρώπους αυτούς. Ήρθαν νέες συμφορές, με τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του ’40 και την εισβολή των Γερμανών και του Χιτλερισμού. Οι Γερμανοί κατέσχεσαν τα καΐκια στη Θερμή και απαγόρευσαν στους ψαράδες να αλιεύουν. Οι καιροί ήταν δύσκολοι. Η φτώχεια επανήλθε σε όλο της το μεγαλείο. Η πείνα φρικτή, βάραινε όλους τους ανθρώπους, μικρούς και μεγάλους, το κρύο του ’42 τους έμεινε αξέχαστο, ώσπου οι γερμανοί ηττήθηκαν και έφυγαν απ’ την Ελλάδα. Οι ταλαιπωρημένοι άνθρωποι μετρούσαν τις πληγές που τους άφησε η κατοχή. Όσα λεφτά είχαν κρυμμένα, ήταν πια αχρηστεμένα. Δεν είχαν καμία ισχύ. Για μια ακόμα φορά έπρεπε να ξεκινήσουν από το μηδέν. Όλα πάλι από την αρχή! Οι πονεμένοι αυτοί άνθρωποι γέρασαν με τις πίκρες του ξεριζωμού. Ακόμα και στα βαθιά γηρατειά τους δεν ξέχασαν ούτε την πατρίδα, ούτε έχασαν την ευσέβεια, την αγάπη και την πίστη τους στον Χριστό.
Ο καημός των γηρατειών και της βασανισμένης ζωής περιγράφονται στα ποιήματα μιας προσφυγοπούλας, της Δήμητρας:
«Όλοι οι πρόσφυγοι πονούν, όσοι εκτοπισθήκαν,
γιατί έχασαν όνειρα, πολύ τραυματισθήκαν.
Σαν τα πουλιά σκορπίσαμε, μέσα στη μαύρη μπόρα,
τους ξένους δρόμους πιάσαμε, σε άγνωστη κατηφόρα.
Όπου πηγαίναμε βαριά, πατούσαμε οι καημένoι,
λάφυρα μας εφώναζαν και μας φωνάζαν ξένοι.
Εμείς όμως δε χάσαμε, θάρρος και ελπίδα,
σταθήκαμε σαν τα βουνά, στη μαύρη καταιγίδα.
Γεμάτοι όλο προκοπή, μαζί και εξυπνάδα,
γίναμε το παράδειγμα, σε όλη την Ελλάδα.
Ένας καημός μας έμεινε, μονάχα η πατρίδα,
όπου την έχουν τα τουρκιά και ζούμε με ελπίδα…»
Όσο ζούσαν, τους δόθηκε μερικές φορές η ευκαιρία να πάνε ως… επισκέπτες στο Αϊβαλί Αρνιόντουσαν κατηγορηματικά, γιατί δεν ήθελαν να δουν το Αϊβαλί τους να το κατοικούν ξένοι. Με τι καρδιά να πήγαιναν να δουν το σπίτι τους να το κατοικούν τώρα άγνωστοι. Τι να τους πουν; Σε ποιον να μιλήσουν; Ποιος να τους καταλάβει για το τι πέρασαν στην προσφυγιά;
Οι καιροί περνούσαν. Όλα φαινόντουσαν εφήμερα και πρόσκαιρα. Οι καταστάσεις και οι περιστάσεις της ζωής άλλαζαν. «Σήμερον ἐμοῦ, αὔριον ἐτέρου καί οὐδέποτε τίνος…». Η ζωή θα συνεχιζόταν…
Στρατής Ανδριώτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου