Σε μια από τις ωραιότερες περιοχές των ανατολικών ακτών της Λέσβου, βρίσκεται το χωριό Πύργοι Θερμής, σε απόσταση 10 χιλιομέτρων βορειότερα από την πόλη της Μυτιλήνης. Μπροστά στην πανέμορφη αγκαλιά της νησιωτικής αυτής γης, ένας πανέμορφος κόσμος, γεμάτος με σπάνιες χάρες και εικόνες ιδανικές, ξεπροβάλλει μαζί με το φως του ήλιου, ζωγραφίζοντας με τα πιο φανταχτερά χρώματα τον ουρανό και τα σύννεφα, καθώς καθρεφτίζονται στα καταγάλανα νερά της θάλασσας του Αιγαίου. Αγκαλιάζουν στην απεραντοσύνη τους τούτη τη γη, σαν μια αρμονική συμφωνία που αποκαλύπτει τον παραδεισένιο και αγιασμένο τόπο της Θερμής, γαλήνιο, ήρεμο.
σ.α.

Κυριακή, 17 Μαΐου 2009

Οι παλιοί καφενέδες

Πύργοι Θερμής - ΛΕΣΒΟΣ
Ο χειμώνας αυτή τη χρονιά στο μικρό χωριό μας ήταν βαρύς. Οι βοριάδες λυσσομανούσαν. Το κρύο τσουχτερό. Η θάλασσα αγριεμένη, ξεθύμαινε στην ακρογιαλιά. Οι άνθρωποι μαθημένοι στα κρύα, δεν τους κακοφαινόταν...
 Βλέπανε νωρίς-νωρίς να ξεμπερδέψουν όσο πιο γρήγορα γινόταν με τις δουλειές τους καί ύστερα να τρυπώσουν στους καφενέδες να ζεσταθούνε. Σχεδόν όλοι δουλεύανε στη θάλασσα καί στα χωράφια. Ήταν ψημένοι άνθρωποι του μόχθου.

Στο λιμάνι οι θαλασσινοί, που οι πιο πολλοί ήταν Πυργιανοί, σιγουρέρνανε τα καΐκια καί τις βάρκες τους δένοντας χοντρά παλαμάρια και πριμάτσες. Οι τσομπαναίοι στα μαντριά ξέσαζαν τα ζωντανά τους καί οι αγρότες γυρνούσαν γρήγορα απ’ τα λιοχώραφά τους. Βιαστικοί, τυλιγμένοι με τις χλαίνες, περνούσαν πρώτα απ’ τα μπακάλικα του Κλειδαρά καί του Βουλέλλη να ψωνίσουν τα απαραίτητα για τα σπίτια τους, να πάρουν ψωμιά καί παξιμάδια απ’ τους φούρνους του Κατσαβή καί του Βουλέλλη. Ύστερα, ένας–ένας τρυπώνανε στους καφενέδες του Γαληνού, του Φυρίγου καί του Αγγελή. Εκεί ανταμώνανε όλοι. Δουλευτάδες, κοινοτάρχες, ψαλτάδες, επίτροποι, γραμματιζούμενοι καί αγράμματοι.
Από τα μπουριά βγαίνανε οι καπνοί της ξυλόσομπας. Οι καφετζήδες είχαν σχισμένα με τα τσεκούρια μπόλικα ξύλα, στοιβαγμένα δίπλα στις σόμπες που ζέσταιναν την πελατεία. Ερχόταν τα παλικάρια απ’ το λιμάνι, ξυλιασμένοι απ’ το κρύο να πιούν ένα ζεστό για να συνέλθουν. Οι Αλεπούδες, οι Κατσαροί, οι Μπαρμπούνηδες, οι Ζλατάνηδες, το Παταρόνι. Ήταν τραταροί. Τυραννισμένοι όλοι απ’ τις θαλασσορίες καί τους κινδύνους της θάλασσας. Ερχόντουσαν στους καφενέδες και οι βαρκαροί. Ο Κωστής ο Ψαρρός, ο αδερφός του ο Αντώνης, ο Παναγής Κατσικογιάννης, ο Βυζιρέλλης, οι Σπανοί, το Θοδωρέλ’ καί ο Γληγόρης. Καταφθάνανε καί οι τσομπάνηδες και καθότανε παρέες-παρέες. Άνθρωποι κι’ αυτοί ταλαιπωρημένοι που πήραν τη δουλειά απ’ τους πατεράδες τους. Οι Παπαδόπουλοι, ο Μιχάλης καί ο Τάκης, ο Τσάλης Βαλαβάνης, ο Πελτέκης, ο Νικολάρας ο Γιαβρίμης καί ο Περικλής, ο Μιχαλαράς Τσιβγαδέλλης, ο Παναγιώτης η μαμούκα, τ’ Αντωνάρ’ καί ο Μπάμπουρας, οι Καγιανιώτηδες, ο Λευτεράκος, ο Αριστής ο μπεχτσής, οι Στόνκηδες, το Ζαρούλι απ’ τους Κάτω Πύργους, οι Αγγελήδες, ο Κωνσταντής, ο Σαρακέλλης, οι Κατσιαναίοι κ.α. Απ’ τα χωράφια γυρίζανε κουρασμένοι ο Κουντουγδής, ο Δήμος, ο Μυκονιάτης, ο Ψαρρός κ.α.
Οι καφενέδες γεμίζανε κόσμο. Εκεί ανταμώνανε όλοι. Παραντίζανε απ’ την κακοκαιρία. Οι καφετζήδες ψήνανε στη χόβολη πίσω απ’ τους παλιούς μπουφέδες καί φέρνανε στα τραπέζια καφέδες, ζεστά ροφήματα, τσάγια, σουμάδες, κονιάκια, τσέρες. Ο ένας κερνούσε τον άλλο. Οι κουβέντες παίρνανε καί δίνανε για τον καιρό, το κρύο, τις αναδουλειές, τα χωράφια, τις θάλασσες. Οι γραμματιζούμενοι έλεγαν κανένα νέο πολιτικό ή δημοσιογραφικό, ξεσηκωμένο από καμιά εφημερίδα. Οι πιο παλιοί θυμόντουσαν ιστορίες και ανθρώπους που περάσανε απ’ τούτο το χωριό καί τώρα είχαν φύγει απ’ τη ζωή καί είχε απομείνει η ανάμνησή τους. Οι πιο πολλοί ήταν απλοϊκοί, αγράμματοι άνθρωποι, μεγαλωμένοι μέσα στα δύσκολα χρόνια της κατοχής. Ακούγανε τις συζητήσεις, ακουμπισμένοι πάνω στο τραπέζι περιεργαζόντουσαν τις φωτογραφίες στα παλιά κάδρα των καφενέδων. Που καί που σηκωνόταν κανείς καί έριχνε καμιά ματιά έξω από τα θαμπωμένα τζάμια του καφενέ. Βλέπανε άμα έπεσε ο αγέρας, αν θα έφερνε βροχή, αν θα καλοσύνευε. Ξέρανε τα σημάδια καλά. Τα ξύλα πέφτανε στη σόμπα πριν κοπάσει η λόγχη. Άμα κόντευε το μεσημέρι, βάζανε στα τραπέζια τα ρακιά με τα μεζελίκια. Οι κακουχίες, οι κόποι καί τα προβλήματα ξεχνιόντουσαν. Τα γέλια καί τα πειράγματα φέρνανε χαμόγελα στα πρόσωπά τους. Οι παρέες κερνιόντουσαν. Ερχόντουσαν στο τσακίρ’ κέφι καί βάζανε καί τα γραμμόφωνα. Άμα μεράκλωναν έπιαναν κανένα Μικρασιάτικο αργό, παραπονιάρικο σκοπό ή παλιούς αμανέδες. Ξαναγέμιζαν καί τσούγκριζαν τα ποτήρια στην υγειά τους!
Ξαφνικά, οι πόρτες ανοίγανε βιαστικά. Έμπαιναν τα παιδιά. Τα έστελναν οι μανάδες να φωνάξουν τους πατεράδες που είχαν ξεχασθεί. Το μεσημεριάτικο φαγητό στο σπίτι ήταν έτοιμο. Οι μικροί αφού έτρωγαν το κερασμένο λουκούμι, τραβούσαν απ’ το χέρι τον πατέρα τους. Οι καφενέδες αδειάζανε. Αποχαιρετιζόντουσαν. Ένας–ένας φεύγανε. Μαζί καί οι παλιοί καιροί, τα δύσκολα αλλά αξέχαστα καί όμορφα χρόνια!
Στρατής Ανδριώτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου