Σε μια από τις ωραιότερες περιοχές των ανατολικών ακτών της Λέσβου, βρίσκεται το χωριό Πύργοι Θερμής, σε απόσταση 10 χιλιομέτρων βορειότερα από την πόλη της Μυτιλήνης. Μπροστά στην πανέμορφη αγκαλιά της νησιωτικής αυτής γης, ένας πανέμορφος κόσμος, γεμάτος με σπάνιες χάρες και εικόνες ιδανικές, ξεπροβάλλει μαζί με το φως του ήλιου, ζωγραφίζοντας με τα πιο φανταχτερά χρώματα τον ουρανό και τα σύννεφα, καθώς καθρεφτίζονται στα καταγάλανα νερά της θάλασσας του Αιγαίου. Αγκαλιάζουν στην απεραντοσύνη τους τούτη τη γη, σαν μια αρμονική συμφωνία που αποκαλύπτει τον παραδεισένιο και αγιασμένο τόπο της Θερμής, γαλήνιο, ήρεμο.
σ.α.

Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2026

 


Των ψυχών σήμερα. Πήγε στο μαγαζί ένας ηλικιωμένος να ψωνήσει. Εγώ έλειπα. Έπιασε βροχή και ζήτησε από την πωλήτρια να καθίσει λίγο να περιμένει για να σταματήσει η βροχή. Σε δέκα λεπτά θα σταματήσει της είπε. Ήμουν ψαράς και ξέρω από καιρούς. Και ο Στρατής που δουλεύει εδώ, ήταν ψαράδες ο πατέρας του και οι θείοι του. Είχαν τα καΐκια της Αλεπούς, του είπε η πωλήτρια. Έβαλε τότε τα κλάματα ο ηλικιωμένος. Γιατί κλαις τον ρώτησε; Κλαίω, της απάντησε, γιατί αυτοί οι άνθρωποι βοηθούσαν πολύ κόσμο. Όταν ερχόταν στο Φανάρι της Μυτιλήνης το καΐκι τους, μαζεύονταν πολλοί άνθρωποι φτωχοί καί τούς έδιναν ψάρια! Εγώ, ήμουνα μικρός, δεν είχαμε να φάμε. Η μάνα μου με έστελνε στο λιμάνι με ένα καλάθι. Πήγαινε στο καΐκι της Αλεπούς. Μόνο αυτοί δίνουν ψάρια, μου έλεγε.

Εγώ πήγαινα, ντρεπόμουν και έκλαιγα. Με είδαν οι καπετάνιοι και με ρώτησαν γιατί κλαίω και τους είπα ότι επειδή ήμουνα μικρός, οι μεγάλοι με παραμέριζαν και δεν μπορούσα να ζητήσω ψάρια. Τότε μου γέμιζαν ένα καλάθι ψάρια, που ίσα ίσα μπορούσα να σηκώσω και έτρεχα όλο χαρά να πάω στο σπίτι μας για να φάμε!!!

Μια άλλη φορά, στο λιμάνι της Θερμής είχαν αφήσει καμιά πενηνταριά τελάρα σαρδέλες στο μουράγιο του λιμανιού και πήγαινε ο κόσμος από τα χωριά, από τα ενοικιαζόμενα δωμάτια που παραθέριζαν και γέμιζαν τραπεζομάντηλα και σακούλες με ψάρια για να παστώσουν και να ψήσουν!
Πιο παλιά είχαν αράξει μια μέρα στο λιμάνι του Μολύβου, φορτωμένοι με 22 τόνους παλαμίδες. Όποιος άνθρωπος περνούσε, γνωστός ή ξένος, του έδιναν από δυό παλαμίδες! Εκεινο το πρωϊνό, μοίρασαν δυό τόνους ψάρια, ψυχικό!!!
Τέτοιους ανθρώπους είχε παλιά. Βοηθούσαν, έκαναν ψυχικό! Η μάνα τους η Παρασκευούλα, η Αϊβαλιώτισα, τους συμβούλευε από μικρούς: "Δίνετε, να σας δίνει ο Θεός"... Αυτοί γέμισαν τον Παράδεισο. Αιωνία η μνήμη τους!!!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου