Των ψυχών σήμερα. Πήγε στο μαγαζί ένας ηλικιωμένος να ψωνήσει. Εγώ έλειπα. Έπιασε βροχή και ζήτησε από την πωλήτρια να καθίσει λίγο να περιμένει για να σταματήσει η βροχή. Σε δέκα λεπτά θα σταματήσει της είπε. Ήμουν ψαράς και ξέρω από καιρούς. Και ο Στρατής που δουλεύει εδώ, ήταν ψαράδες ο πατέρας του και οι θείοι του. Είχαν τα καΐκια της Αλεπούς, του είπε η πωλήτρια. Έβαλε τότε τα κλάματα ο ηλικιωμένος. Γιατί κλαις τον ρώτησε; Κλαίω, της απάντησε, γιατί αυτοί οι άνθρωποι βοηθούσαν πολύ κόσμο. Όταν ερχόταν στο Φανάρι της Μυτιλήνης το καΐκι τους, μαζεύονταν πολλοί άνθρωποι φτωχοί καί τούς έδιναν ψάρια! Εγώ, ήμουνα μικρός, δεν είχαμε να φάμε. Η μάνα μου με έστελνε στο λιμάνι με ένα καλάθι. Πήγαινε στο καΐκι της Αλεπούς. Μόνο αυτοί δίνουν ψάρια, μου έλεγε.















